Thursday 25 July 2019

Victor Hugo - Les Pauvres Gens - «Kαλοί που είν’ οι φτωχοί»

Η γειτόνισσά μας πέθανε εψές. 
Θα ’ταν σαν έλειπες.
Άφησε πίσω δυο μικρά, αδύναμα, μωρά παιδιά. 

Γουίλιαμ και Μαντελίν.
Το ένα απλά τραυλίζει, το άλλο μόλις που βαδίζει.
 

Ο άνδρας έδειχνε βαρύς, χωμένος στη γωνιά του
με το μπερέ το γούνινο, στη θάλασσα και τη βροχή λουσμένο,
πιάνοντας το κεφάλι, μουρμούρισε δειλά
– Τι τέλος!


“Έχουμε πέντε παιδιά, μ’ αυτά επτά” της είπε
και τώρα στην αναβροχιά θα κοιμηθούμε
το δίχως άλλο νηστικοί, πολλές φορές. 

Και το λοιπόν;
Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό.
Συμβαίνουνε και ατυχίες.
Έτσι το θέλησε ο καλός Θεός. Ποιος ξέρει...
(…)
Σύρε γυναίκα, φέρ’ τα...
Θα φοβηθούν πολύ τα καημένα
αν τύχει και ξυπνήσουν μοναχά.
Την εδική μας πόρτα χτύπησε η μάνα τους
πρέπει να έρθουνε κοντά μας τα μικρά.
Αδέρφια θα γενούν για τα παιδιά μας,
και στην αγκάλη μας θα βρούνε ζεστασιά.
Μόλις στο σπίτι μας τους ξένους τούτους δει,
ο Θεός θα δώσει άλλα τόσα αγαθά.
Θα κοπιάσω. Κρασί άλλο δε θα πιω-
Σύρε και φέρ’ τα. Γιατί διστάζεις, αγαπημένη;
Δε βιάζεται η αγάπη σου; 

Κι εκείνη γύρισε στο πλάι κι είπε:
- Ήρθαν οι ξένοι!

Η ταινία του Robert Guédiguian, Les neiges du Kilimandjaro/ Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο είναι εμπνευσμένη από το ποίημα του Βίκτωρ Ουγκώ, "Καλοί που είν’οι φτωχοί" (Les Pauvres Gens)  (Απόδοση: Ντέση Βερβενιώτου)


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki