Monday, 7 September 2020

Σομαλία: Θέλουν να νομιμοποιήσουν το γάμο με ανήλικα κορίτσια από την ηλικία των εννέα ετών

Φαίνεται απίστευτο, αλλά είναι αληθινό: Το Κοινοβούλιο της Σομαλίας συζητεί σχέδιο νόμου, με το οποίο ουσιαστικά νομιμοποιούνται οι γάμοι με ανήλικα κορίτσια. Χωρίς αποτέλεσμα οι διαμαρτυρίες πολλών γυναικών.
Η Χαφσά είχε παντρευτεί στα 13 της χρόνια. Ο πατέρας της την παρέδωσε στον ενδιαφερόμενο γαμπρό, πολύ μεγαλύτερης ηλικίας, ο οποίος κατέβαλε το ισόποσο των 100 ευρώ για να την "αποκτήσει". Για δύο ολόκληρα χρόνια η Χαφσά πέρασε τα πάνδεινα, υπέστη βιασμούς και ξυλοδαρμούς. Τελικά κατάφερε να πείσει, μαζί με τη μητέρα της, τον γαμπρό να ακυρώσει τον γάμο και να την αφήσει ελεύθερη.
 
Όλα αυτά αποτελούν σύνηθες φαινόμενο στη Σομαλία, όπου ένα στα τρία κορίτσια παντρεύεται πριν τα 18, πολλές φορές στα 12 ή 13 του χρόνια. Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε νομικό πλαίσιο για τους γάμους με ανήλικα κορίτσια. Τώρα το Κοινοβούλιο της χώρας συζητεί σχέδιο νόμου, το οποίο, με τη συγκατάθεση των γονέων, ουσιαστικά νομιμοποιεί αυτούς τους γάμους και μάλιστα από την ηλικία των ... εννέα ετών όπως αναφέρει στο ρεπορτάζ της η DW.
Ο Αμπντιραχμάν Χασάν Ομάρ, δικηγόρος στην πρωτεύουσα Μογκαντίσου, είναι υπέρ του νέου νόμου, γιατί όπως υποστηρίζει "όταν το κορίτσι είναι τόσο μικρό, εκκρίνει όλο και περισσότερες ορμόνες και μπορεί να έχει ερωτική ζωή. Η θρησκεία μας επιτρέπει τον γάμο στις αρχές της εφηβείας".
 
Ύψιστη αποστολή η τεκνοποίηση
Παρόμοια συζήτηση, για το αν και σε ποια ηλικία, μπορούν να παντρευτεί ένα ανήλικο κορίτσι, γίνεται και σε άλλες μουσουλμανικές χώρες. Για τον Αμπντιραχμάν Χασάν Ομάρ η κύρια αποστολή της γυναίκας είναι να κάνει πολλά παιδιά, αρχίζοντας από μικρή ηλικία. Από κει και πέρα, λέει ο Σομαλός δικηγόρος "σε μερικές μουσουλμανικές χώρες θεωρείσαι ενήλικος στα 15, στις ευρωπαϊκές χώρες στα 18, σε κάποιες ανατολικές χώρες στα 21. Δεν υπάρχει προκαθορισμένη ηλικία γι αυτό, κάθε χώρα πρέπει να το αποφασίζει με βάση τον πολιτισμό της και τη θρησκεία της..."
 
Οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών εκφράζουν την οργή τους για το σχέδιο νόμου. Πρόσφατα κατέθεσαν στο Κοινοβούλιο της Σομαλίας τη δική τους αντιπρόταση, που απαγορεύει την κακοποίηση και τους βιασμούς, καθώς και τους γάμους ανηλίκων. Οι βουλευτές δεν δέχθηκαν ούτε καν να συζητήσουν για όλα αυτά. Η Ντουνίγιο Μουχαμέντ Αλί, ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών στη Σομαλία, είναι αγανακτισμένη: "Αγνόησαν την πρότασή μας, την πέταξαν στα σκουπίδια", λέει. "Εδώ μιλάμε για βιασμούς, για γάμους ανηλίκων. Θα έπρεπε να προβλέπονται σκληρές ποινές για τους δράστες..."
 
Τα καλά και συμφέροντα των βουλευτών
Τα Ηνωμένα Έθνη εξέφρασαν τη στήριξή τους στις προτάσεις που κατέθεσαν οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών, αλλά ούτε αυτό ήταν αρκετό για να πειστούν οι Σομαλοί βουλευτές. Η Ντουνίγιο Μουχαμέντ Αλί λέει ότι γνωρίζει τον πραγματικό λόγο της απόρριψης: "Ξέρουμε βουλευτές που θέλουν κι εκείνοι να παντρευτούν ανήλικα κορίτσια. Μπορώ να σας κατονομάσω πολλούς, που ήδη το έχουν κάνει αυτό. Υπάρχουν οικογένειες πάμφτωχες, που δίνουν τα κορίτσια τους σε αυτούς της γηραιούς κυρίους..."
 
Η Σομαλία θεωρείται μία από τις δέκα πιο φτωχές χώρες σε όλον τον κόσμο. Επί τριάντα χρόνια σπαράσσεται από έναν ανελέητο εμφύλιο πόλεμο. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού αγωνίζεται καθημερινά για ένα πιάτο φαγητό. Για τις γυναίκες και για τα ανήλικα κορίτσια, η κατάσταση είναι ακόμη πιο απάνθρωπη. "Στους προσφυγικούς καταυλισμούς τα κορίτσια κινδυνεύουν", λέει η Ντουνίγιο Μουχαμέντ Αλί. "Οι γονείς τους σκέφτονται ότι θα είναι πιο προστατευμένα αν παντρευτούν σε μικρή ηλικία, κάποιοι αναγκάζονται να τα δώσουν και για να γλυτώσουν από τη φτώχεια".
 
Η Σαντία Αλί Χατζί είναι μόλις 13 χρονών. Πηγαίνει σχολείο στο Μογκαντίσου και ονειρεύεται να ασχοληθεί με την πολιτική. Λέει ότι θέλει να τελειώσει το σχολείο, να φτιάξει πρώτα τη ζωή της και μετά να παντρευτεί. Φοβάται όμως ότι οι γονείς της αρχίζουν να ψάχνουν από τώρα γαμπρό μεγαλύτερης ηλικίας. "Πρέπει να υπακούς τους γονείς σου", λέει η μικρή Σαντία. "Οι δικοί μου γονείς σίγουρα θα χαρούν για τα χρήματα που θα πάρουν, αν με παντρέψουν. Και ο άντρας θα νομίζει πως, αφού έχει πληρώσει, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει..."
 
News247.gr.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Το παιδί ως διαμεσολαβητής της διαμάχης: Μια δυσλειτουργική συμμαχία

Οι οικογενειακές συγκρούσεις είναι μια αγχωτική κατάσταση  με σημαντικές συνέπειες για τα παιδιά. Στην πραγματικότητα, είναι πλέον γεγονός ότι η παρατεταμένη έκθεση σε ορισμένες μορφές σύγκρουσης αυξάνει την πιθανότητα ψυχολογικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων.


Πόσοι καυγάδες είναι αρκετοί;
Σύμφωνα με τη συστημική θεωρία, η οικογένεια αποτελεί ένα ζωντανό σύστημα που καλείται να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στα μέλη της αλληλεπιδρώντας παράλληλα με το το περιβάλλον. Από τη δεκαετία του 1980, μια σειρά μελετών έδειξε κάποια χαρακτηριστικά της σύγκρουσης που την καθιστούν ιδιαίτερα επιζήμια για την ψυχολογική ευημερία των παιδιών.
Οι απαιτήσεις της καθημερινότητας, η κούραση και οι υποχρεώσεις μπορεί να επηρεάσουν την συμπεριφορά των μελών της δημιουργώντας συγκρούσεις. Η αλήθεια είναι πως, όλες οι οικογένειες τσακώνονται η έστω διαφωνούν.
Σε ποιες περιπτώσεις όμως η σύγκρουση αποτελεί πραγματικό πρόβλημα;

Οι διαστάσεις της σύγκρουσης

Οι διαστάσεις της σύγκρουσης είναι τέσσερις: συχνότητα, ένταση, περιεχόμενο και επίλυση. Αντιπροσωπεύουν τις διαφορετικές αποχρώσεις που μπορεί να λάβει η σύγκρουση. Οι μελέτες που έγιναν έδειξαν πως αυτές οι διαστάσεις λειτουργούν ως προπομπός των συνεπειών που παρατηρούνται στα παιδιά.
Αλλά αν, όπως γνωρίζουμε, υπάρχει σχέση μεταξύ σύγκρουσης (πρόβλεψης) και προσαρμογής των παιδιών (αποτέλεσμα) , είναι ενδιαφέρον να ρωτήσουμε: ποιοι είναι οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες που εξηγούν αυτή τη σχέση; Ποιές είναι δηλαδή, οι μεταβλητές που μεσολαβούν ή μετριάζουν αυτή τη σχέση; Οι πιο πρόσφατες μελέτες έχουν προσπαθήσει να αναλύσουν τις συνθήκες για τις οποίες η σύγκρουση γίνεται επιβλαβής για τα παιδιά, όχι μόνο να τεκμηριώνουν την ύπαρξη συσχετιστικών δεσμών μεταξύ σύγκρουσης και προσαρμογής, αλλά να προσπαθούν να κατανοήσουν το νόημα που πρόκειται να αποτελέσει η ίδια η σύγκρουση για τα παιδιά.
Η θεωρία της συναισθηματικής μεταφοράς (Spillover) υποδεικνύει πως η σύγκρουση μπορεί να γίνει επιζήμια για τα παιδιά, ακόμη και όταν αυτά δεν είναι άμεσα εκτεθειμένα σε αυτά. Η υπόθεση στην πραγματικότητα εξηγεί πώς το συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε ένα δεδομένο οικογενειακό υποσύστημα (π.χ. ζευγάρι) μπορεί να «μετακινηθεί» σε ένα άλλο υποσύστημα, για παράδειγμα στη δυάδα παιδί-φροντιστής. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση γίνεται επιβλαβής για τα παιδιά όταν επηρεάζει τις γονεϊκές δεξιότητες του ζευγαριού.

Συχνότητα

Μακροχρόνιες μελέτες έδειξαν ότι οι επαναλαμβανόμενες, συχνές και χρόνιες συγκρούσεις, σε αντίθεση με τις προσωρινές και οξείες διαφωνίες, δημιουργούν άγχος, ταραχή και υπερδιέγερση, η οποία εκδηλώνεται ιδιαίτερα όταν τα παιδιά εκτίθενται μακροπρόθεσμα σε περαιτέρω συγκρούσεις. Έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά δεν «συνηθίζουν» στη σύγκρουση, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αλλά με τον καιρό γίνονται όλο και πιο ευάλωτα σε αυτή, εμφανίζοντας συμπτώματα ανάλογα με την ηλικία, και υιοθετώντας ολο και περισσότερο δυσλειτουργικούς μηχανισμούς προσαρμογής.

Ένταση

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες μεταξύ γονέων όσον αφορά την ένταση μπορούν να τοποθετηθούν σε ένα ευρύ φάσμα, στην μια άκρη του οποίου  είναι οι ήρεμες και ισορροπημένες συζητήσεις που συχνά διαχειρίζονται αποτελεσματικά και αποφασιστικά οι γονείς και στο αντίθετο άκρο είναι οι ακραίες μορφές συγκρούσεων που χαρακτηρίζονται από λεκτική και σωματική βία.
Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι συγκρούσεις μεταξύ των γονέων μπορούν επίσης να χαρακτηρίζονται από μορφές εχθρότητας, ανταγωνισμού και δυσαρέσκειας που μεταφράζονται σε ψυχρότητα και απόσταση. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα προσεκτικά και λαμβάνουν σήματα λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας.

Περιεχόμενο

Μεγάλη προσοχή έχει δωθεί στο περιεχόμενο της σύγκρουσης. Οι μελέτες δείχνουν ότι οι συγκρούσεις που αφορούν ζητήματα που σχετίζονται με την οικογενειακή διαχείριση, όπως για παράδειγμα η διαχείριση οικονομικών ή τα ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά το ζευγάρι δεν έχουν αρνητικές συνέπειες για τα παιδιά. Αντιθέτως οι συγκρούσεις και οι σχετικές συζητήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά, τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών (child related) είναι πιο επικίνδυνες για τα παιδιά, επειδή τους δημιουργεί  την πεποίθηση ότι είναι η «αιτία» της σύγκρουσης, ευνοώντας τις εμπειρίες και τα συναισθήματα της κατάθλιψης, του άγχους, του φόβου, της ενοχής, της ντροπής και πάνω απ' όλα το αίσθημα ότι είναι σε θέση να επιλύσουν τα ίδια τη σύγκρουση, συμμετέχοντας σε γονικές διαφορές.

Επίλυση

Η τελευταία και, για ορισμένους συγγραφείς, η πιο σημαντική διάσταση είναι εκείνη που σχετίζεται με την επίλυση της σύγκρουσης. Στην περίπτωση που οι γονείς έχουν μεθόδους και τακτικές επίλυσης, λειτουργούν ως ένα θετικό μοντέλο συμπεριφοράς που παράγει μια σειρά θετικών αποτελεσμάτων στα παιδιά. Παρατηρώντας τους γονείς που συζητούν και επιλύουν εποικοδομητικά τις διαφορές τους βοηθά τα παιδιά να μάθουν στρατηγικές problem solving και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη τους στην σταθερότητα των δεσμών. Αντίθετα, όταν η επίλυση λείπει, τα παιδιά αναπτύσσουν υψηλά επίπεδα δυσφορίας, φόβου, οργής και αντίληψης του συμβάντος ως αρνητικού και επικίνδυνου.
Με τη σειρά της, η αντίληψη αυτής της επικινδυνότητας, δημιουργεί ευερεθιστότητα και υπερδιέγερση στο παιδί, επηρεάζοντας το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του.
Συνοπτικά, οι αντιδράσεις των παιδιών στις συγκρούσεις ποικίλλουν ανάλογα με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις της ίδιας της σύγκρουσης. Τα παιδιά θα βιώσουν πιο αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις όταν η σύγκρουση μεταξύ των γονέων είναι χρόνια, έντονη, ανεπίλυτη και επικεντρωμένη στη θεματολογία που αφορά στο παιδί.
Ο Grych και ο Fincham (1990, 1993), με βάση το γνωσιακό-κοινωνικό μοντέλο υπογραμμίζουν πώς κατά την διάρκεια της σύγκρουσης, οι γνωστικές αντιλήψεις και τα συναισθήματα των παιδιών δρουν αλληλοεξαρτώμενα (οι αντιλήψεις των παιδιών και οι ερμηνείες των συγκρούσεων διαμορφώνουν τις αρχικές συναισθηματικές σχέσεις τους). Όταν το παιδί είναι μάρτυρας της σύγκρουσης μεταξύ των γονέων, ενεργοποιείται μια διαδικασία, η οποία το ωθεί να θέτει ερωτήματα όπως:
Τι συμβαίνει; Γιατί συνέβη αυτό; Τι μπορώ να κάνω γι 'αυτό;
Η εκτίμηση του παιδιού για τη συγκρουσιακή κατάσταση λαμβάνει χώρα σε δύο ξεχωριστούς αλλά συνδεδεμένους χρόνους: τη διαδικασία πρωτογενούς και δευτερογενούς επεξεργασίας.

Πρωτογενής επεξεργασία

Το παιδί προσπαθεί κατά τη διάρκεια της διαμάχης να αποκτήσει πληροφορίες σχετικά με το βαθμό  επικινδυνότητας της κατάστασης.
Από τους πρώτους μήνες της ζωής είναι σε θέση να πραγματοποιήσει αυτή τη διαδικασία, όσον αφορά την μη-λεκτική επικοινωνία (εκφράσεις του προσώπου, τον τόνο της φωνής κλπ, στάσεις).
Τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας είναι συνήθως περισσότερο αντιδραστικά από συναισθηματική άποψη, και μπορεί να έχουν ακόμα και  εκδηλώσεις οργής απέναντι στους γονείς. Σε μεγαλύτερη ηλικία, είναι σε θέση να διακρίνουν ακόμη και τις πιο λεπτές και λιγότερο σαφείς μορφές σύγκρουσης.
Όταν η συναισθηματική αξιολόγηση της κατάστασης παράγει στο παιδί μια πολύ ισχυρή συγκίνηση, η πρωτογενής επεξεργασία μπορεί να είναι αρκετή για να πυροδοτήσει αντιδράσεις όπως κλάμα, κραυγές, τρέξιμο, πάγωμα μπροστά στους γονείς που καυγαδίζουν. 
Αυτό παρεμβαίνει στην επακόλουθη επεξεργασία, ευνοώντας ερμηνευτικές διαστρεβλώσεις. Εάν η πρωτογενής επεξεργασία είναι αρνητική, αλλά ανεκτή, τότε το παιδί προβαίνει σε μια δευτερογενή επεξεργασία της κατάστασης.

Δευτερογενής επεξεργασία

Ο στόχος του παιδιού σε αυτή τη φάση είναι να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες για να κατανοήσει τα γεγονότα και να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Η προσοχή είναι πολύ εστιασμένη και, ακόμη και αν προφανώς αποσπαστεί, αρχίζει να παρατηρεί και να ελέγχει τους γονείς, αντιλαμβανόμενος τα λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματά τους για να κατανοήσει τα κίνητρα που οδηγούν στην παραγωγή της σύγκρουσης ή της μονιμότητάς της. Για να απαντήσει στην ερώτηση "γιατί συνέβη αυτό;", το παιδί χρησιμοποιεί μια αιτιώδη κατανομή (ο λόγος που αποτελεί τη βάση της σύγκρουσης) και ταυτόχρονα κατανομή της ευθύνης (ποιος είναι κυρίως υπεύθυνος γι 'αυτήν).
Η αναζήτηση της αιτίας των γεγονότων αποτελεί έναν ψυχολογικό μηχανισμό κλειδί, καθώς επιτρέπει στο παιδί να "αντέξει" την αίσθηση της αδυναμίας του και αποτελεί μηχανισμό πρόβλεψης για την εξέλιξη των καταστάσεων.
Στην κατανομή αιτιών  το παιδί προσπαθεί να διαπιστώσει εάν το γεγονός οφείλεται στον εαυτό του, σε άλλους ή σε εξωτερικές περιστάσεις. Σε αυτή την επεξεργασία, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας έχουν μια συγκεκριμένη γνωστική δυσκολία επειδή δεν μπορούν να φανταστούν ότι τα προηγούμενα γεγονότα συνδέονται με τα παρόντα. Σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης, είναι συνεπώς πιο πιθανό να αποδίδουν στα ίδια την αιτία της σύγκρουσης μεταξύ των γονέων. Η κατανομή αρνητικών συμβάντων σε εσωτερικούς, σταθερούς και καθολικούς παράγοντες αυξάνει τον αντίκτυπό τους στο παιδί. Ένα παιδί που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως αιτία της γονικής σύγκρουσης θα βιώσει περισσότερα συναισθήματα  άγχους, ενοχής και ντροπής από ένα παιδί που αποδίδει την αιτία σε έναν ή και τους δύο γονείς ή σε εξωτερικές περιστάσεις.
Όσο για την απόδοση της ευθύνης, η αντίληψη των παιδιών βασίζεται σε κριτήρια που εξαρτώνται από το επίπεδο της ανάπτυξης της ηθικής λογικής ανάλογα με την ηλικία τους και την εμπειρία του τη δεδομένη χρονική στιγμή από προηγούμενες συγκρούσεις στο σπίτι.  Αν ένας από τους γονείς εκδηλώνει καταθλιπτικές συμπεριφορές, ως αποτέλεσμα των εντάσεων  και ο άλλος έχει μια πιο επιθετική στάση, είναι πιθανό ότι το παιδί, που δεν εξετάζει το περιεχόμενο της σύγκρουσης να θεωρήσει ότι το “θύμα” είναι ο γονέας που υποφέρει με τον πιο φανερό τρόπο. Αυτή η απόδοση ευνοεί κάποιες δυσλειτουργικές ¨συμμαχίες” μεταξύ γονέα- παιδιού, κατά τις οποίες καλείται να “προστατεύσει” κατά κάποιο τρόπο τον γονιό που θεωρεί οτι είναι ο πιο αδύναμος.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξεταστεί ο ρόλος της ποιότητας της σχέσης μεταξύ του παιδιού και του κάθε γονέα και ο διαφορετικός τρόπος που επέλεξε ο τελευταίος να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη σύγκρουση στο παιδί. Έχουμε πει ότι το παιδί ψάχνει για σήματα και ως εκ τούτου θα είναι ιδιαίτερα δεκτικό στα άμεσα μηνύματα που ο γονέας θα εκπέμψει.  Στην πραγματικότητα, είναι σε θέση να αξιολογήσει τις πληροφορίες ανάλογα με το είδος της συναισθηματικής σχέσης μεταξύ του ίδιου και του κάθε γονέα.
Τα μικρότερα παιδιά, που συχνά εκτελούν ερμηνευτικές στρεβλώσεις, μπορεί να έχουν την προσδοκία να είναι σε θέση να επέμβουν με επιτυχία και, επομένως, να βιώσουν μια πιο σημαντική απογοήτευση όταν αντιληφθούν την αναποτελεσματικότητά τους. Τα μεγαλύτερα παιδιά, από την άλλη πλευρά, επεξεργάζονται τις πιθανότητες αντιμετώπισης της κατάστασης με πιο ρεαλιστικό τρόπο και έχουν περισσότερες δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, η μακροχρόνια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει στην αίσθηση αποτυχίας και ως εκ τούτου στην αντίληψη ότι τα ίδια τα παιδιά είναι  θύματα μιας κατάστασης για την οποία δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.
Συνοπτικά, τα παιδιά που αξιολογούν τη σύγκρουση ως επικίνδυνη για τη δική τους ευημερία και για τη λειτουργία της οικογένειας, που καλλιεργούν την πεποίθηση ότι τα ίδια είναι η αιτία της σύγκρουσης και αισθάνονται ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά (χαμηλή αποτελεσματικότητα αντιμετώπισης), κινδυνεύουν περισσότερο να αναπτύξουν δυσλειτουργικές συμπεριφορές και συμπτώματα.
Οι οικογενειακές συγκρούσεις είναι μια αγχωτική κατάσταση  με σημαντικές συνέπειες για τα παιδιά. Στην πραγματικότητα, είναι πλέον γεγονός ότι η παρατεταμένη έκθεση σε ορισμένες μορφές σύγκρουσης αυξάνει την πιθανότητα ψυχολογικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων.

Το μοντέλο της συναισθηματικής ασφάλειας (Davies and Cummings 1994)

Οι συγγραφείς, υποστηρίζουν πως οι διεργασίες αξιολόγησης των συγκρούσεων δεν έχουν μόνο γνωσιακό χαρακτήρα από την, αλλά, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, η επεξεργασία έχει και συναισθηματικό χαρακτήρα.
Η υπόθεση της συναισθηματικής ασφάλειας τονίζει το ρόλο των συναισθηματικών αντιδράσεων στις συγκρούσεις, επισημαίνοντας πώς οι χρόνιες και καταστρεπτικές διαφωνίες γονέων κάνουν τα παιδιά συναισθηματικά ανασφαλή και γι 'αυτό το λόγο ευάλωτα στην εμφάνιση ψυχολογικών προβλημάτων. Σε αυτό το μοντέλο, η συναισθηματική ανασφάλεια, δεν έχει την ίδια έννοια με αυτή του δεσμού (attachment), καθώς προέρχεται από τις αντιλήψεις και την αναπαράσταση της σχέσης των γονιών, την οποία το παιδί δημιουργεί προοδευτικά. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ένα παιδί μπορεί να «αισθάνεται συναισθηματική αβεβαιότητα και ανασφάλεια σχετικά με την ποιότητα της συναισθηματικής σχέσης μεταξύ των γονέων του, αλλά συναισθηματικά ασφαλής όσον αφορά τον δεσμό ή το αντίστροφο».
Ένας δεσμός ασφαλούς προσκόλλησης με τον φροντιστή μπορεί συνεπώς να συνυπάρχει με μια συναισθηματική ανασφάλεια που συνδέεται, για παράδειγμα, με την αντίληψη ότι η φύση της σχέσης ζευγαριών είναι ασταθής, επισφαλής και προβληματική. Σε αντίθεση με την προσκόλληση η οποία έχει δυαδικό χαρακτήρα, το αίσθημα συναισθηματικής ασφάλειας αναφέρεται στην τριαδική σχέση παιδιού και γονέων και σχετίζεται με τις εμπειρίες των παιδιών όσον αφορά την ποιότητα της σχέσης μεταξύ των δύο γονέων. Η έννοια της συναισθηματικής ασφάλειας συνεπάγεται την συνειδητοποίηση ότι οι σχέσεις εντός της οικογένειας είναι σταθερές και θετικές, ακόμη και εν όψει των καθημερινών στρεσογόνων παραγόντων και ότι οι γονείς παραμένουν ευαίσθητοι και υποστηρικτικοί ακόμη και σε στρεσογόνες συνθήκες.
Τα παιδιά που νιώθουν σιγουριά για τη σχέση μεταξύ των γονέων δεν αντιλαμβάνονται τις συγκρούσεις μεταξύ των γονέων ως απειλητικές για την ψυχολογική τους ευημερία, σε αντίθεση με εκείνα που αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση ως απειλητική και με αρνητικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Η συναισθηματική ανασφάλεια επηρεάζει επίσης την ικανότητα ρύθμισης των συναισθημάτων των παιδιών. Στην πραγματικότητα, η επανειλημμένη έκθεση σε συγκρούσεις υπονομεύει την ικανότητα των παιδιών να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους και αυτή η δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων, με τη σειρά της, αυξάνει τον κίνδυνο προβλημάτων προσαρμογής.
Η συναισθηματική ανασφάλεια επηρεάζει της στρατηγικές αντιμετώπισης του παιδιού (coping strategies). Για παράδειγμα, τα παιδιά μπορούν να διακόψουν τις συγκρούσεις μεταξύ γονέων επιδεικνύοντας άσχημη συμπεριφορά, αποσπώντας την προσοχή των γονέων. Επιπλέον, πολλά παιδιά τείνουν να παρεμβαίνουν στη σύγκρουση ως διαμεσολαβητές ή διαιτητές. Οι πολλαπλές ή παρατεταμένες προσπάθειες παρέμβασης όπως η άμεση επίθεση και η αντιστροφή των ρόλων ή η αποφυγή μπορεί να πυροδοτήσουν μελλοντικές δυσκολίες. Στην πραγματικότητα, παρά το γεγονός οτι αντιδράσεις τέτοιου τύπου μπορεί να είναι προσαρμοστικές βραχυπρόθεσμα, μειώνοντας την προσωρινή ταλαιπωρία που αισθάνονται τα παιδιά, μακροπρόθεσμα έχουν επιπτώσεις ευνοώντας την άκαμπτη και δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Τι εννοούμε δυσλειτουργική συμμαχία;

Παίρνοντας θέση στη σύγκρουση, όσον αφορά το ποιός γονιός είναι το “θύμα” και ποιός ο “θύτης”, μπορεί να παρατηρηθούν κάποιου είδους “συμμαχίες” μεταξύ γονέα και παιδιού, τα οποία πολλές φορές λειτουργούν σε συνειδητό, και άλλες φορές σε υποσυνείδητο επίπεδο.
Ο τριγωνισμός (ή τριγωνοποίηση) συνεπάγεται τη συμμετοχή ενός τρίτου ατόμου σε μια δυαδική σύγκρουση (Bowen, 1978, Minuchin, 1974). Ο τριγωνισμός συμβαίνει όταν η έντασης μεταξύ των συζύγων φτάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να περιλαμβάνει τη συμμετοχή  ενός από τα παιδιά: αυτή η συμμαχία με τον πιο "ευάλωτο" γονιό στοχεύει στην δημιουργία μιας πιο σταθερής σχέσης.
Ο Minuchin, περιγράφει μερικά είδη δυσλειτουργικών τριγωνικών σχέσεων:
  • Το επικίνδυνο τρίγωνο: Και οι δύο γονείς αναζητούν μια συμμαχία με το γιο τους, προκειμένου να σχηματίσουν έναν συνασπισμό εναντίον του άλλου γονέα. Αυτός ο τύπος τριγωνικότητας είναι πολύ αγχωτικός για το παιδί που εμπλέκεται, διότι συνεπάγεται έντονη εσωτερική σύγκρουση και πολλές φορές αντιφατικά συναισθήματα ( splitting) και προκαλεί δυσανάλογο άγχος και λήψη αποφάσεων απ’ ότι μπορεί να διαχειριστεί.
  • Συμμαχία γονέα-παιδιού: Η γονική σύγκρουση είναι συνεχής και η συμμαχία μεταξύ ενός γονέα και παιδιού είναι σταθερή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί συχνά δρα προστατευτικά απέναντι στο γονέα που αισθάνεται ασθενέστερος, παίρνοντας τη θέση του σε μια παράδοξη αντιπαράθεση, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά την θέση του ενήλικα. Σε αυτό το τρίγωνο τα διαγενετικά όρια είναι εντελώς αλλοιωμένα.
  • Παθητική- επιθετική συμμαχία: Tο παιδί είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της κατάστασης, η συμπεριφορά του είναι κακή και καταστροφική, οι γονείς συμμαχούν με στόχο τον έλεγχο του παιδιού: η σχέση τους είναι συχνά χωρίς σύγκρουση, αλλά τα συμπεριφορικά συμπτώματα του παιδιού συχνά αντιπροσωπεύουν τις κρυμμένες ή ανεπίλυτες συγκρούσεις. Το παιδί είναι ο φορέας της παθογένειας της οικογένειας λαμβάνοντας το ρόλο του “δοχείου” της δυσλειτουργικότητας.
  • Συμμαχία-μομφή: ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, οι σύζυγοι κρύβουν τις διαφορές τους και αποκρύπτουν τη σύγκρουση εστιάζοντας και δρώντας υπερπροστατευτικά στο παιδί που ονομάζεται "ευαίσθητο". Είναι ένα τυπικό χαρακτηριστικό των οικογενειών στις οποίες οι διαταραχές εκφράζονται με ψυχοσωματικό τρόπο.
Οι τριγωνοποιήσεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με συστημική προσέγγιση (αποτριγωνοποίηση) ή συμβουλευτική, είναι επιβλαβείς για τα παιδιά γιατί:
  • Τα παιδιά έχουν λιγότερες ευκαιρίες να αποφύγουν ή να αποσυρθούν από τις συζυγικές διαφωνίες
  • Τα παιδιά μπορούν να γίνουν δυνητικοί στόχοι και να δεχτούν όλη τη γονική οργή
  • Η τριγωνικότητα μπορεί να βλάψει τη σχέση με έναν ή και τους δύο γονείς
  • Συνδέεται με έντονες εμπειρίες οι οποίες περιλαμβάνουν την αυτοεπίκριση και την αυτοκατηγορία

Βιβλιογραφία
  • Zaccagnini & Zavattini (2005): Transizione alla genitorialità, conflitto coniugale e adattamento del bambino: le relazioni, i processi e le conseguenze, Psicologia Clinica dello Sviluppo, pp-29-68.
  • Erikson,E. (1963).Childhood and society(2nd ed.). New York: Norton.
  • Grych, J. H., & Fincham, F. D. (1990). Marital conflict and children’s adjustment:A cognitive-contextual framework. Psychological   Bulletin,    108(2),    267-290.
  • Goldenberg, H. & Goldenberg, I. (2004). Family therapy: An overview. Belmont, CA: Thomson.
  • Baker, A.  (2005).  The  long-term  effects  of  parental  alienation  on  adult  children:  a qualitative  research. The  American  Journal  of  Family  Therapy, 33(4),289-302
  • Minuchin, S. (2000). Οικογένειες και οικογενειακή θεραπεία. Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα.
  • Davies, P. T., & Cummings, E. M. (1994). Marital conflict and child adjustment: An emotional security    hypothesis. Psychological    Bulletin,    116(3),    387-411.
  • Thomas, V. (2003). Experiential approaches to family therapy, In L.L. Hecker & J.L. Wetchler (Eds.), An introduction to marriage and family therapy, (pp.173-197). New York, NY: The Haworth Clinical Press.
  • Grych, J. H., & Fincham, F. D. (1990). Marital conflict and children’s adjustment: A cognitive-contextual framework. Psychological    Bulletin,   108(2),    267-290.
  • Minuchin, S. & Fishman, H.C., (1981), Family therapy techniques. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press.
  • Bowen, M. (1996),  Τρίγωνα στην οικογένεια.  Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα.
  • Bowen, M., 1966. The Use of Family Theory in Clinical Practice, Comprehensive Psychiatry, 7: 345-374.
  • Napier, A. Y. (1995). Το ζευγάρι ο εύθραυστος δεσμός.  Αθήνα:  Ελληνικά Γράμματα.
  • Bowen, M., 1971. Family Therapy and Family Group Therapy. In H. Kaplan and B. Sadok, (Eds), Comprehensive Group Psychotherapy, Baltimore, Williams and Wilkins: 384-421.
  • Bowen, M., 1971a. Principles and Techniques of Multiple Family Therapy. In J. Bradt and C. Moynihan, (Eds), Systems Theory, [no publisher stated] Washington, DC.
  • Bowen, M., 1972. On the Differentiation of Self. First published anonymously in J. Framo, (Ed.), Family Interaction: A Dialogue Between Family Researchers and Family Therapists, NY, Springer: 111-173.
  • Bowen, M., 1975. Family Therapy After Twenty Years. In S. Arieti, (Ed.), American Handbook of Psychiatry, Vol 5, 2nd edn, NY, Basic Books.
  • Bowen, M., 1978. Family Therapy in Clinical Practice, NY and London, Jason Aronson.
Μαργαρίτα Οικονομάκου Ψυχολόγος
psychologynow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 6 September 2020

Τα εκπληκτικά οφέλη μιας δύσκολης παιδικής ηλικίας

Κανείς δεν εύχεται μία άσχημη παιδική ηλικία. Όμως μέσα στη δυσκολία, πολλές φορές ανθίζει η ελπίδα.


Η Σάρα μεγάλωσε ως μοναχοπαίδι σε ένα όμορφο σπίτι, μιας εύπορης οικογένειας στο Λος Άντζελες. Ωστόσο, το σπίτι αυτό δεν ήταν τόσο φωτεινό, όσο φαινόταν απ’ έξω. Τα λιγοστά βράδια που ο πατέρας είχε επιστρέψει νωρίς από την εργασία του και έτρωγαν όλοι μαζί στο τραπέζι, εκείνη εύχονταν να είχε παραμείνει στο γραφείο.
Ήταν συνηθισμένη στην νευρικότητα της μητέρας της, την ώρα του φαγητού. Η συμβίωση με δύο άτομα εθισμένα στο αλκοόλ, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να διαχειριστεί ένα 10χρονο κορίτσι, καθώς το ένα βράδυ κυλούσε ομαλά, αλλά το επόμενο συνοδεύονταν από βίαιες συγκρούσεις.

Η παιδική ηλικία της Σάρας, που είναι σήμερα κοντά στα 60 και είναι παντρεμένη και μία ευτυχισμένη γιαγιά, συγγραφέας και καθηγήτρια λογοτεχνίας, της άφησε ανεξίτηλα σημάδια. Θυμάται τον εαυτό της να μεγαλώνει σε έναν συναισθηματικό κίνδυνο. Δεν υπήρχε στιγμή που να μπορούσα να ηρεμήσω και να νιώσω ασφαλής. Θυμάται να έχει έντονες σκέψεις ενοχής, πίστευε ότι όλα είναι δικό της λάθος και ακόμα και τώρα έχει την τάση να απολογείται στους άλλους και να ζητάει εύκολα συγνώμη.
Η παραμικρή στοργική χειρονομία μπορεί να την γυρίσει πίσω στην παιδική ηλικία, όπου ένιωθε παγιδευμένη, ανήσυχη και απελπισμένη για διαφυγή. Αισθάνομαι λύπη για τον σύζυγό μου, εξομολογείται. Θα μου πιάσει το χέρι, καθώς περιμένουμε να περάσουμε απέναντι το δρόμο και εγώ ενστικτωδώς θα θελήσω να τον αποφύγω και να απομακρυνθώ.
Ωστόσο, η Σάρα χρησιμοποιεί αυτές τις πρώιμες εμπειρίες της για να ενισχύσει τις ικανότητες παρατήρησης και κατανόησης. Μπορεί να αισθάνεται πότε κάποιος της κρύβει κάτι και να αντιλαμβάνεται την δυναμική των ανθρώπων μέσα σε κάθε δωμάτιο που μπαίνει. Μπορώ να αντιληφθώ πως οι άνθρωποι στέκονται απέναντι στους άλλους σε μια δεδομένη συνθήκη… Μπορώ να αισθανθώ από που προέρχεται ο φόβος τους, από που προκύπτει η εξωστρέφειά τους. Οι δεξιότητες που την βοήθησαν να ανταπεξέλθει στην παιδική της ηλικίας φαίνεται να είναι λειτουργικές και στην ενήλικη ζωή.

Ποιο είναι τελικά το όφελος μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας;

Σαφώς, το ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, καθώς κάθε ψήγμα άγχους στην ανατροφή, αποτελεί ένα ψυχοπιεστικό παράγοντα. Κάποιοι αντιμετωπίζουν την φτώχεια και την δυσχέρεια, κάποιοι την κατάχρηση, ενώ κάποιοι άλλοι ζουν σε ένα περιβάλλον αστάθειας και συναισθηματικής αποστέρησης. Αυτές οι εμπειρίες αποτελούν την βάση της επιστημονικής ερευνητικής κοινότητας που υποστηρίζει ότι οι ιστορίες, όπως της Σάρας, δεν είναι αποτέλεσμα μιας γραμμικής διαδικασίας αιτίας-αποτελέσματος.
Οι πρώιμες εμπειρίες του ανθρώπου επιδρούν στην διαμόρφωση του εγκεφάλου, κάνοντας μερικούς από αυτούς τους ανθρώπους πιο αδύναμους και κάποιους πιο δυνατούς
Συνεπώς, όπως συμβαίνει συνήθως, πολλές από τις συμπεριφορές προσαρμογής που υιοθετούν τα παιδιά σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες, είναι άκρως λειτουργικές στην ενήλικη ζωή.
Ελάχιστοι από αυτούς που έχουν υποφέρει κατά την διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, θα επιθυμούσαν το ίδιο για το παιδί τους. Ωστόσο, ένας τέτοιος άνθρωπος που κατάφερε να επιβιώσει από τις κακουχίες της παιδικής του ηλικίας καταλήγει στο εξής συμπέρασμα θα ήθελα να είναι όλα ένα ψέμα αν δεν γνώριζα το πόσο τελικά με βοήθησαν στην μετέπειτα ζωή μου.

Η δημιουργία μίας νέας προοπτικής

Τα μειονεκτήματα που επιφέρει μια δύσκολη ανατροφή είναι πια τεκμηριωμένα. Η θεωρία υποστηρίζει πως οι δυσκολίες στην πρώιμη ηλικία, οδηγούν σε αποτυχίες στην ενήλικη ζωή, καθώς η τιμωρητική παιδική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην αξιοποίηση του πραγματικού δυναμικού.
Τα άτομα αυτά, είναι πιθανό να, είναι πιο ευάλωτα στην εκδήλωση καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις σε δοκιμασίες αξιολόγησης του νοητικού δυναμικού και της μνήμης. Επίσης, φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση σωματικών παθήσεων, οι οποίες μπορεί να κυμαίνονται από χρόνιο πόνο στην πλάτη μέχρι σοβαρή καρδιοπάθεια.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό τους είναι η αντίληψη της πλειονότητας των καταστάσεων ως δυνάμει απειλητικές. Αυτού του είδους η γνωστική δυσλειτουργία είναι πιθανό να προκαλέσει δυσκολίες στην ικανότητα σύναψης ισχυρών δεσμών και συμμαχιών, που είναι βοηθητικοί για την επιβίωση τους σε κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο. Είναι ουσιαστικά ένα βιολογικό φαινόμενο. Πιο συγκεκριμένα, το σύστημα αυτών των ανθρώπων που έχει σχεδιαστεί για να ρυθμίζει την ανταπόκρισή τους στο στρες, έχει την τάση είτε να υποτιμά είτε να υπερεκτιμά τις καταστάσεις, υποστηρίζει ο ψυχολόγος ερευνητής Ντάνιελ Κίτινγκ, από το Πανεπιστήμιο του Mίτσιγκαν.

Η υπερεκτίμηση ωθεί το άτομο να αντιδράσει σε ερεθίσματα που δεν αποτελούν σημαντική απειλή για τον εαυτό ή τον κόσμο. Το αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι η διαμόρφωση ενός παιδιού ανήσυχου, που δρα ακανόνιστα, το οποίο μετατρέπεται σε έναν αποσυρμένο έφηβο και τελικά σε έναν ενήλικά που ταράζεται με το παραμικρό ερέθισμα.
rough chi
Ωστόσο, μια τέτοια «ακραία» θέση, ώθησε ερευνητές ψυχολόγους του Πανεπιστημίου Radboud στην Ολλανδία, να δημοσιεύσουν μια καλά τεκμηριωμένη μελέτη, υποδηλώνοντας ότι το σενάριο θα μπορούσε να αναστραφεί ή τουλάχιστον με κάποιο τρόπο να τροποποιηθεί.
Πρόσφατες μελέτες, έδειξαν ότι άτομα που είχαν μια χαοτική παιδική ηλικία, παρουσίαζαν αυξημένη ικανότητα ανίχνευσης και παρακολούθησης των περιβαλλοντικών απειλών και είχαν την τάση να ανακαλούν τα αρνητικά συμβάντα. Ήταν δυνατόν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, τα παιδιά αυτά να είχαν καλύτερες επιδόσεις, από ό,τι αναμενόταν, στην αποτελεσματική συλλογή πληροφοριών, αξιολόγησης των ανθρώπων και άλλες ικανότητες λογικής.

Οι πλειοψηφία των ερευνών σε παιδιά με δύσκολη ανατροφή εστιάζουν στα αρνητικά τους σημεία. Ο δικός μας στόχος είναι να ανακαλύψουμε και να δώσουμε στο φως τα δυνατά σημεία αυτών των ανθρώπων, να βρούμε σε τι τελικά είναι καλοί, υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Οι ψυχολόγοι που έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους προς αυτό τον στόχο, βασίζονται στην αρχή της φυσικής εξέλιξης της ζωής, η οποία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν την ζωή τους με βάση το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσαν. Κατά γενική ομολογία, λοιπόν, όσοι μεγάλωσαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον με επαρκείς υλικούς πόρους τείνουν να χρησιμοποιούν πιο «αργές» στρατηγικές για την αντιμετώπιση των συνθηκών- ελέγχουν εξονυχιστικά, αναβάλουν την ικανοποίηση, αποφεύγουν τον γάμο σε μικρές ηλικίες- δηλαδή ακολουθούν τα πρότυπα, με τα οποία μεγαλώνουν παιδιά της μεσαίας-ανώτερης τάξης.
Στον αντίποδα, βρίσκονται εκείνοι που βίωσαν μια δύσκολη παιδική ηλικία, οι οποίοι φαίνεται να έχουν μια τάση για πιο «γρήγορες» στρατηγικές αντιμετώπισης- κάνουν σεξ σε μικρότερη ηλικία από τον μέσο όρο ή γίνονται γονείς πιο νωρίς στη ζωή. Η μακροπρόθεσμη «ανταμοιβή» για τους τελευταίους είναι μικρότερη και το μέλλον τους πιο ασταθές.
Όμως γιατί να σκεφτόμαστε αν η αργή ή γρήγορη στάση είναι σωστή ή λάθος; Δεν είναι μια σκέψη απόλυτη και περιοριστική; Δεν θα ήταν καλύτερο να σκεφτούμε με γνώμονα την ανάγκη προσαρμοστικότητας για κάθε παιδί ή ενήλικα; Για παράδειγμα, ένα παιδί, που μεγαλώνει σε ένα υγιές και στοργικό οικογενειακό πλαίσιο, αν έχει μια καραμέλα και του ζητήσουμε να περιμένει μισή ώρα για να του δώσουμε μία ακόμα, δεν θα το κάνει;
Αντίθετα, ένα παιδί, που βρίσκεται σε ένα στερητικό και χαοτικό περιβάλλον, όπου η φροντίδα (υλική και συναισθηματική) δίνεται σποραδικά, μπορεί και να μην περιμένει, κάτι τέτοιο όμως δεν είναι λογικό; Το να αρπάζει κανείς ότι μπορεί από αυτά που του δίνεται, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως παρορμητικό ή ανυπόμονο, καθώς αποτελεί μια στρατηγική, η οποία εξυπηρετεί μια βασική ανάγκη του.
Συνεπώς, το πρώτο πράγμα που οφείλουμε να κάνουμε είναι η αξιολόγηση μιας συμπεριφοράς ως προσαρμοστική ή μη και ένα δεύτερο η διερεύνηση των μελλοντικών οφελών για ένα παιδί που μεγάλωσε σε ένα σκληρό και ασταθές περιβάλλον.


Η ανατροπή του απρόβλεπτου

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα των μελλοντικών μειονεκτημάτων,οι ερευνητές επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους σε δύο στοιχεία της εκτελεστικής λειτουργίας: τον έλεγχο των αναστολών και την μετατόπιση ενδιαφέροντος, την ικανότητα δηλαδή του ατόμου αποδέσμευσης από μια εργασία και επικέντρωσης σε μια άλλη.
Η υπόθεσή τους ήταν ότι τα άτομα που μεγάλωσαν σε δύσκολα οικογενειακά πλαίσια θα είχαν μεγάλη δυσκολία στον έλεγχο των αναστολών, αλλά θα ήταν καλύτεροι στην μετατόπιση ενδιαφέροντος, ειδικά σε καταστάσεις που ανασύρουν μνήμες της παιδικής ηλικίας.
Χώρισαν το δείγμα σε δύο ομάδες. Στην μια δόθηκε να διαβάσει ένα άρθρο με τίτλο «Δύσκολη ώρα: Η νέα οικονομία του 21ου αιώνα» και στην άλλη ένα κείμενο, με κάποιον που έψαχνε τα κλειδιά του. Η ικανότητα ελέγχου μετρήθηκε με ειδικά προγράμματα σε Η/Υ. Το συμπέρασμα ήταν ότι τα άτομα της δεύτερης ομάδας, που μεγάλωσαν σε δυσμενή περιβάλλοντα, δεν εμφάνισαν σημαντικές διαφορές από τους συνομηλίκους τους, ενώ τα άτομα της πρώτης ομάδας σημείωσαν μεγαλύτερες αποκλίσεις.
Από την άλλη πλευρά, τα αποτελέσματα άλλαξαν στην ικανότητα μετατόπισης. Πιο συγκεκριμένα, σε καταστάσεις ελέγχου οι δύο ομάδες δεν διέφεραν μεταξύ τους, αλλά όταν βρέθηκαν σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, τα άτομα, με τραυματική παιδική ηλικία, παρουσίασαν καλύτερη προσαρμοστικότητα από τους συνομηλίκους τους, καθώς η μετατόπιση της προσοχής ήταν ταχύτερη και με καλύτερη ακρίβεια.
Ο Αναπτυξιακός Ψυχολόγος Μπρους Έλις από το Πανεπιστημίο της Γιούτα περιγράφει αυτό το χαρακτηριστικό ως την ικανότητα του ατόμου να «ξεφλουδίζει τον εαυτό του», έναν τύπο γνωστικής ευελιξίας που σχετίζεται θετικά με γνωρίσματα, όπως η δημιουργικότητα.

Ίσως τα άτομα που μεγαλώνουν σε αγχωτικά περιβάλλοντα να έχουν μεγαλύτερη προθυμία να αφήσουν κάτι ανεκμετάλλευτο και να δείχνουν ανοχή στην έλλειψη τελειοποίησης, που τους βοηθά να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο χωρίς να παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτό που θα μπορούσαν να είχαν κάνει - σε σύγκριση με εκείνους που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον με την πολυτέλεια της καθημερινής αναμονής για τελειότητα.
Σε καμία περίπτωση, δεν υπονοούμε ούτε υποστηρίζουμε ότι οι δυσκολίες στην παιδική ηλικία είναι θετικό ή καλό για τους ανθρώπους, επιμένουν οι ερευνητές. Ακόμα, μια πιο προσεκτική εξέταση των ισχυρών δυνατοτήτων κάθε ατόμου, ανεξάρτητα από το υπόβαθρό του, θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανατροπή των στερεοτύπων, τόσο στον πολιτισμό όσο και στο μυαλό εκείνων που έχουν μεγαλώσει σε αβέβαια περιβάλλοντα που τείνουν να καλλιεργήσουν την αυτο- αμφιβολία.
Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που τους δίνει την αίσθηση ότι, δεν είναι σε θέση να ασκήσουν έλεγχο σε τίποτα, είναι δυνατό να μετατραπούν σε ενήλικες, οι οποίοι δεν εκτιμούν ιδιαίτερα την ικανότητα ελέγχου, αλλά αυτό ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι πλεονέκτημα για εκείνους που κάνουν παράνομες δουλειές.

Για παράδειγμα ο Στηβ, ένας προγραμματιστής, που διαμένει στην Νέα Υόρκη. Οι πιο ζωντανές παιδικές του αναμνήσεις από την γιορτή των Χριστουγέννων, είναι να κρύβεται κάτω από τον καναπέ ή στο υπόγειο του σπιτιού για να αποφύγει τις λεκτικές επιθέσεις και τις συγκρούσεις των γονιών του. Σπατάλησαν τόσο χρόνο στο να τσακώνονται μεταξύ τους, που δεν τους έμεινε καθόλου ενέργεια για να ενωθούμε.

Ο Στηβ θυμάται πόσο ήθελε να βοηθήσει μέσα στο σπίτι, αλλά κανένας δεν του έλεγε τι να κάνει ή αν αυτό που έκανε ήταν σωστό ή λάθος. Σε ηλικία περίπου 10 ετών, άρχισε να κόβεται με ξυράφι, επιθυμώντας να τραβήξει την προσοχή των γονιών του, χωρίς αυτό να έχει κανένα αποτέλεσμα. Ακόμα και σε περιόδους που τα πράγματα πήγαιναν καλά, υπήρχε μια αίσθηση πως αυτή η ευχάριστη ατμόσφαιρα είναι ψεύτικη και η καταστροφή πλησιάζει… Πάντα ερχόταν, λέει ο Στηβ.

Ωστόσο, ως ενήλικας ο Στηβ φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευέλικτος και να εκδηλώνει ενδιαφέρον εμπλοκής σε δύσκολες καταστάσεις, με ελάχιστο δισταγμό. Είναι πεπεισμένος ότι η δύσκολη παιδική του ηλικία τον έχει βοηθήσει σε αυτό. Όταν βρίσκεται μπροστά σε μεγάλα ερωτήματα – σχετικά με την εργασία ή τις σχέσεις του– φαίνεται να έχει μια καλή ανοχή στην αβεβαιότητα, καθώς μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί σε καταστάσεις που κανείς δεν ξέρει αν θα υπάρξει επιτυχία ή καταστροφή.

Η απόδειξη άλλων πιθανών γνωστικών πλεονεκτημάτων εμφανίζεται σταδιακά, μέσα από διάφορα ερευνητικά δεδομένα. Άλλοι ερευνητές, εξέτασαν τις επιδράσεις του παιδικού περιβάλλοντος στη μνήμη. Τα πρώτα ευρήματά τους υποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε απρόβλεπτα περιβάλλοντα εμφανίζουν καλύτερη εργασιακή μνήμη. Έχουν τη δυνατότητα να ξεχνούν πληροφορίες που δεν είναι πλέον σχετικές με το εκάστοτε έργο και να παρακολουθούν γρήγορα νεότερα δεδομένα.
Οι ψυχολόγοι πιστεύουν ότι η ανάπτυξη μέσα σε ένα στρεσσογόνο περιβάλλον μπορεί να προωθήσει ορισμένες μορφές συνειρμικής μάθησης -την ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίσει ότι πολλά στοιχεία του περιβάλλοντος συνδέονται με κάποιο τρόπο ή ότι ορισμένες συμπεριφορές θα επιβραβεύονται ή τιμωρούνται σε μια συγκεκριμένη συνθήκη. Μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον που είναι είναι συνεχώς σε κίνηση, μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν και να ανταποκριθούν στις αλλαγές στο περιβάλλον.

Στο εργαστήριο αυτό σημαίνει ότι τα άτομα μπορεί να αντιλαμβάνονται ταχύτερα ότι έχουν δώσει λανθασμένες οδηγίες σε ένα παιχνίδι υπολογιστή και να αλλάξουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους. Αυτό θα είχε σημαντικές συνέπειες, λένε οι ερευνητές.

Αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι που είναι συνηθισμένοι να μπορούν να βασίζονται σε κανόνες και να εμπιστεύονται οδηγίες - όπως εκείνοι που μεγαλώνουν σε πιο σταθερά περιβάλλοντα - μπορούν να τηρήσουν τους κανόνες ακόμη και εν όψει αρνητικών αποτελεσμάτων. Αντίθετα, εκείνοι που προέρχονται από αγχωτικά πλαίσια μπορεί να είναι πιο γρήγοροι να εξερευνήσουν άλλες δυνατότητες και νέες λύσεις.

Ταξινόμηση

Το στρες δεν είναι μονοδιάστατο, και παρά το γεγονός ότι το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο αποτελεί παράγοντα επίδρασης στην ζωή ενός ατόμου, δεν είναι ο μοναδικός. Άλλοι παράγοντες κινδύνου στην παιδική ηλικία είναι το διαζύγιο, η ενδοοικογενειακή βία, η λεκτική/σωματική/σεξουαλική κακοποίηση, η ύπαρξη ψυχικής ή σωματικής χρόνιας ασθένειας, η χρήση ουσιών και αλκοόλ.

Η ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα σε ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο όμως κυριαρχεί η φτώχεια, θέτει άλλα προβλήματα σε σχέση με εκείνη σε ένα στερητικό οικογενειακό πλαίσιο, στο οποίο το παιδί γνωρίζει πως η φροντίδα παρέχεται μέσω εκτέλεσης καθηκόντων.

Η ποσότητα του άγχους που αποκομίζει ένα άτομο από την παιδική ηλικία φαίνεται να αποτελεί παράγοντα πρόβλεψης μελλοντικών γνωστικών ωφελειών. Μία σειρά διαχρονικών μελετών, διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν μέτριο άγχος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, τείνουν να βαθμολογούνται υψηλότερα σε μετρήσεις ανθεκτικότητας (και ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν χρόνιο πόνο στην πλάτη) σε σχέση με εκείνους που ανέφεραν ελάχιστο ή υπερβολικό βίωμα άγχους.
roug chil 2
Η επαναξιολόγηση του άγχους των παιδιών αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επανεξέτασης των ψυχικών και σωματικών επιπτώσεων του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίδραση της νορεπινεφρίνης, ενός χημικού νευροδιαβιβαστή, που ενεργοποιείται για να μας βοηθήσει να δώσουμε προσοχή όταν παρατηρούμε κάτι νέο, απροσδόκητο ή τρομακτικό. Σε μέτριες δόσεις, μπορεί να είναι ένα «είδος φαρμάκου κατάπληξης στον εγκέφαλο», λέει ο κλινικός ψυχολόγος και ο γνωστικός νευροεπιστήμονας Ίαν Ρόμπερτσον.
Η νορεπινεφρίνη βοηθά τον εγκέφαλο να κάνει νέες συνδέσεις, με θετικά αποτελέσματα, τόσο για τη μάθηση όσο και για τη μνήμη. Υπάρχει επίσης στοιχεία που ενισχύουν την σχέση μεταξύ της νορεπινεφρίνης και του IQ. Όσο υψηλότερο είναι το IQ, τόσο περισσότερη νορεπινεφρίνη απελευθερώνεται όταν αντιμετωπίζετε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Αυτό το ορμονολογικό αποτέλεσμα μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση του γιατί αυτοί που έρχονται αντιμέτωποι με μια κατάσταση ταραχής θα μπορούσαν να είναι καλύτεροι και ταχύτεροι στην εκτίμηση των απειλών - για παράδειγμα, διαβάζοντας τα συναισθήματα ή την πρόθεση στα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων.
Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει σημείο ανατροπής. Το υπερβολικό άγχος, λέει ο Ρόμπερτσον, μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική παραγωγή νορεπινεφρίνης, γεγονός που έχει ως επακόλουθο την καταστροφή κυττάρων και την υπερχείλιση κορτιζόλης, η οποία σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να οδηγήσει σε αγγειακές βλάβες, στη μέση ηλικία και σχετίζεται, επίσης, με την πρόωρη θνησιμότητα.
Η επίδραση των στρεσογόνων παραγόντων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, υποστηρίζει ο Φράνκεχιουζ, διευθυντής του ερευνητικού δικτύου για την προσαρμογή στο στρες στην παιδική ηλικία, στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα. Οι ενδογενείς βιολογικές διαφορές στην ιδιοσυγκρασία, που προκύπτουν από ένα συνδυασμό κληρονομικών γονιδίων, μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικές αντιδράσεις και αποτελέσματα σε άτομα που έχουν μεγαλώσει σε παρόμοια οικογενειακά περιβάλλοντα ή ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια. Οι θετικές πτυχές, μιας κατά τα άλλα εξαιρετικά δύσκολης παιδικής ηλικίας, μπορούν επίσης να αμβλύνουν το αρνητικό αποτέλεσμα, όπως η βέλτιστη διατροφή ή τα υποστηρικτικά μέλη στην εκτεταμένη οικογένεια.
Και οι ποικίλοι τύποι άγχους στα δυσλειτουργικά οικογενειακά πλαίσια - για παράδειγμα, πράξεις έναντι παράλειψης - μπορούν να επηρεάσουν τα παιδιά με διαφορετικούς τρόπους, υποστηρίζει ο Φράνκεχιουζ. Ένα χαστούκι στο πρόσωπο δεν είναι το ίδιο με την αποτυχία των γονέων να παρέχουν υποστήριξη και φροντίδα στο παιδί που κλαίει. Ωστόσο, και τα δύο έχουν συνέπειες.
Για παράδειγμα, κάποιος σαν την Σάρα, που μεγάλωσε σε ένα σπίτι με επίμονο συναισθηματικό άγχος και ένταση, μπορεί να έχει περισσότερα οφέλη, από κάποιον που έζησε σε ένα περιβάλλον με σωματική κακοποίηση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει.


Δημιουργώντας ένα ευτυχισμένο τέλος

Παραμένοντας μόνη με μια βίαιη, παρανοϊκή σχιζοφρενή μητέρα για μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας, ο Λίλιαν, 85 ετών πια, παραδέχεται ότι είναι γενικά ύποπτη για τις προθέσεις των άλλων ανθρώπων. Αλλά είναι επίσης εξαιρετικά πρόθυμη και ικανή να αλλάξει πορείες ζωής - το βιογραφικό της περιλαμβάνει επαγγέλματα όπως ηθοποιός, ζωγράφος πορτρέτου, καθηγήτρια θεάτρου, κοσμήτορας, κοινοτικός διοργανωτής και επιχειρηματίας.
Οι καριέρες των συζύγων της απαιτούσαν αρκετές κινήσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας παρατεταμένης παραμονής στην Ιαπωνία, αναγκάζοντας τη Λίλιαν να προσαρμόσει τους δικούς της επαγγελματικούς στόχους. Δεν είχα καμία δυσκολία να το κάνω αυτό, λέει. Μετρίασα τη μονιμότητα του τίποτα στη ζωή μου, αλλά όχι την ικανότητά μου να ανταποκριθώ στην πρόκληση της αλλαγής.
Η καλύτερη διερεύνηση και γνώση των γνωστικών ικανοτήτων και προσαρμογών των παιδιών, όπως η Λίλιαν, θα μπορούσε να οδηγήσει σε προγράμματα στα σχολικά περιβάλλοντα, τα οποία να είναι περισσότερο προσανατολισμένα προς τα δυνατά τους σημεία.
Σήμερα, λέει ο Έλις, οι περισσότερες παρεμβάσεις για παιδιά, που αναγνωρίζονται από τους δασκάλους ή τους κοινωνικούς λειτουργούς ως ομάδα υψηλού κινδύνου, βασίζονται στην εξής μεταφορά: τα παιδιά μπαίνουν στο σχολείο σαν μια γάτα με τα νύχια έξω. Και όλες οι προσπάθειες για να τους βοηθήσουν είναι παραλλαγές για να προσπαθήσουμε να κάνουμε τη γάτα να μαζέψει τα νύχια της - να είναι πιο έμπιστη, να είναι πιο άνετη στο σχολείο, να είναι πιο συνδεδεμένη με τον δάσκαλο.
Με άλλα λόγια, ωθούνται να ενεργούν περισσότερο σαν τα παιδιά που προέρχονται από πιο σταθερά και υγιή περιβάλλοντα. Ωστόσο, ο επαναπρογραμματισμός των ανθρώπων είναι μια δύσκολη διαδικασία και οι εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να βρουν έναν ευκολότερο τρόπο για να εργαστούν με την προσαρμογή αυτών των παιδιών, από το να τα εχθρεύονται.

Η ταραχώδης παιδική ηλικία μπορεί να δημιουργήσει μια πιο ενδιαφέρουσα ανθρώπινη φιγούρα. Οι άνθρωποι που δεν έχουν υποφέρει στην ζωή τους είναι τόσο ενδιαφέροντες όσο οι θάμνοι, λέει ο θεραπευτής Ίαν Κρον. Με ευτυχισμένους ανθρώπους, σκέφτεστε, "δεν μπορώ να κάνω καμία σύνδεση σε αυτή τη συζήτηση μαζί τους, επειδή δεν υπάρχουν ρωγμές στην ζωή τους.
Από την άλλη όμως, ο Κρον έχει παρατηρήσει μέσα από τη δουλειά του του, πώς η ανθρώπινη εξέλιξη σε μια κουλτούρα γεμάτη αρνητικές υποθέσεις σχετικά με τη νοημοσύνη, την ιδιοσυγκρασία και την ψυχική κατάσταση του καθενός, μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο να εκπληρώσει τις αρνητικές του προφητείες: Ποτέ δεν θα ανακάμψω από αυτό που πέρασα. Δεν είχα τα θεμέλια που χρειάζεται κάποιος για να αξιοποιήσει στο έπακρο τις ικανότητές του. Συνήθως, τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να αποφεύγουν τις ευκαιρίες ή να χαθούν στον πόνο και την πίκρα των εμπειριών τους.

Ενώ η πληρέστερη κατανόηση των αποτελεσμάτων των χαοτικών οικογενειών ξεκινά να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τα άτομα που μπορούν να μάθουν να αντιμετωπίζουν το άγχος του παρελθόντος και να ξεπεράσουν τις ζοφερές απόψεις για το μέλλον, είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέες ελπίδες. Είμαστε οι ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας, λέει ο Cron. Σε ομαδικές συνεδρίες, ζητώ από τους ανθρώπους να στραφούν προς το πρόσωπο που βρίσκεται δεξιά τους και να πουν: "Θα μου πείτε μόνο τη ζωή σας σε πέντε λεπτά, στην οποία εμφανίζεστε ως θύμα;" Όταν αυτό γίνει, λέω: “Τώρα στρέψτε το ίδιο άτομο και πείτε την ίδια ιστορία από την πλευρά σας σαν να είστε εσείς ο ήρωας”. Και λένε: “Τι; Αυτό επιτρέπεται;” «Σίγουρα! Έχετε κάθε δικαίωμα να το κάνετε ακόμα και αν δεν έχετε αναθεωρήσει, καθώς η ιστορία σας συνέβη και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Ο τρόπος όμως με τον οποίο επιλέγουμε να ερμηνεύσουμε την ιστορία αυτή έχει τεράστια θεραπευτική δύναμη.
Οι άνθρωποι που έχουν ήδη αγκαλιάσει κάθε πτυχή του παρελθόντος τους δεν χρειάζονται άλλη πίεση. Δεν θα αρνηθώ τίποτα, είμαι ρεαλίστρια, λέει η Λίλιαν, η οποία πρόσφατα δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα. Έχω μάθει να αλλάζω δημιουργικά αυτό που μπορεί να αλλάξει και να ζω με αυτό που δεν μπορεί και πάντοτε στρέφομαι στο γεγονός ότι είμαι ακόμα εδώ.... Πιστεύω ακράδαντα ότι όλοι έχουμε πολύ περισσότερο δύναμη μέσα μας από ό,τι εμείς και οι άλλοι επιτρέπουμε να αναπτύξουμε. Οι δυνατότητες είναι ατελείωτες - όχι απειλητικές.


Πηγή: Psychologytoday.com
Illustration: Gérard Dubois
Απόδοση: Άννα Αποστολίδου, Κλινικός Ψυχολόγος
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr



https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/oikogeneia-kai-paidi/paidiko-trayma/3533-ta-ekpliktika-ofeli-mias-dyskolis-paidikis-ilikias.html
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Τα κορίτσια με επικριτικές μητέρες έχουν 60% περισσότερες πιθανότητες να αυτοτραυματιστούν

Σύμφωνα με μία νέα έρευνα, τα κορίτσια που εκτέθηκαν στη μητρική επίκριση, ήταν πιο πιθανό να έχουν εμπλακεί εσκεμμένα στο παρελθόν σε αυτοτραυματικές συμπεριφορές.
Τα κορίτσια στην προ-εφηβεία με υψηλό βαθμό επικριτικών μητέρων είναι πιθανότερο να έχουν αποπειραθεί στο παρελθόν μη αυτοκτονικό αυτοτραυματισμό, συμπεριλαμβανομένου των κοψιμάτων και των εγκαυμάτων, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό journal Psychiatry Research.
Η έρευνα επικεντρώνεται στις αυτοτραυματικές σκέψεις και συμπεριφορές στη νεολαία. Μας ενδιέφερε ιδιαίτερα ο αντίκτυπος των διαπροσωπικών σχέσεων (π.χ. η σχέση μητέρας-παιδιού) στην ανάπτυξη και τη διατήρηση αυτών των σκέψεων και συμπεριφορών, δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης Κίρα Τζέιμς.

Προηγούμενες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι τα παιδιά των άκρως επικριτικών γονιών, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αυτοτραυματιστούν. Σε αυτή την έρευνα, το μεγαλύτερο μέρος της σε αυτόν τον τομέα επικεντρώθηκε στους εφήβους, γεγονός που μας ώθησε να εξετάσουμε αν και τα πρότυπα κατά την εφηβεία είναι επίσης παρόντα στην παιδική ηλικία, εξήγησε η Τζέιμς.

Στη μελέτη που συμμετείχαν 204 παιδιά (ηλικίας 7-11) και οι μητέρες τους, βρέθηκε ότι τα κορίτσια που εκτέθηκαν σε μητρική επίκριση ήταν πιο πιθανό να έχουν εμπλακεί εσκεμμένα σε αυτοτραυματικές συμπεριφορές. Σχεδόν το 60% των κοριτσιών με μια επικριτική μητέρα είχε ιστορικό μη αυτοκτονικού αυτοτραυματισμού.


Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη μητρική κριτική ζητώντας από τις μητέρες να μιλήσουν για πέντε λεπτά χωρίς διακοπή για το παιδί τους και πώς αξιολογούν τη μεταξύ τους σχέση. Οι δηλώσεις των μητέρων κωδικοποιήθηκαν ώστε να αξιολογηθούν τα επίπεδα επίκρισης.

Η μελέτη μας δείχνει ότι, μεταξύ των παιδιών, τα κορίτσια με επικριτική μητέρα είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν ιστορικό αυτοτραυματισμού από τα κορίτσια χωρίς επικριτική μητέρα. Επιπλέον, αυτά τα αποτελέσματα αφορούσαν ειδικά τα κορίτσια ενώ δεν ήταν σημαντικά μεταξύ των αγοριών, ανέφεραν οι ερευνητές.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μία ενδεχόμενη συνέχεια της μελέτης θα μπορούσε να μελετήσει και το αντίκτυπο της επίκρισης στην εμφάνιση των συμπτωμάτων κατάθλιψης και άγχους, αλλά και της επίκρισης από τους πατέρες.

Σε αυτή τη μελέτη, εστιάσαμε ειδικά στη μητρική επίκριση. Συνεπώς, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να εξεταστεί ο πιθανός αντίκτυπος της κριτικής από τους πατέρες και άλλους σημαντικούς ενήλικες στη ζωή του παιδιού, καθώς και ο πιθανός προστατευτικός ρόλος των πιο θετικών και υποστηρικτικών μηνυμάτων, ολοκληρώνει η Τζέιμς.

Πηγή: Maternal criticism and non-suicidal self-injury in school-aged children
Απόδοση: Ραφαέλα Βουδουραγκάκη
Επιμέλεια: PsychologyNow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki