Showing posts with label Χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Show all posts

Monday, 25 December 2023

Δυο μωρά σε μία Φάτνη — Μια ιστορία ζωής

Η ιστορία αυτή είναι διασκευή από ένα ισπανικό  βιβλίο που προέκυψε από μια επίσκεψη σε ένα ορφανοτροφείο δυο εκπαιδευτικών.
Το 1994 δυο εκπαιδευτικοί Αμερικανοί ανταποκρίθηκαν σε μια πρόσκληση για να διδάξουν ηθική στις δημόσιες σχολές, στηριζόμενοι στις βιβλικές αρχές.
Είχαν διδάξει σε φυλακές, σε επιχειρήσεις, στην αστυνομία και στο τέλος σ' ένα μεγάλο ορφανοτροφείο της Ισπανίας.
Σε αυτό το ορφανοτροφείο υπήρχαν 100 περίπου παιδια που ηταν εγκαταλειμμένα από τους γονείς τους.
 

Πλησίαζαν οι γιορτές του 1994 και τα παιδιά του ορφανοτροφειου άκουγαν για πρώτη φορά απο τους δυο Αμερικάνους την ιστορία της Γέννησης του Χριστού. Έμαθαν για την αφιξη τησ Παρθένου Μαρίας και του Ιωσήφ στη Βηθλεεμ που δεν βρηκαν τοπο στα πανδοχεια και ετσι πηγαν σε ενα σταβλο οπου γεννηθηκε ο μικρός Ιησούς και τοποθετηθηκε σε μια φατνη.
Κατα τη διαρκεια τησ ιστοριασ τα παιδια δεν μπορουσαν να συγκρατησουν την καταπληξη τουσ. Προσπαθουσαν να μη χασουν ουτε μια λεξη απο την αφηγηση.
Όταν τελειωσαν την ιστορια, εδωσαν στα παιδια τρια κομματια χαρτονι για να κανουν μια φατνη. Τους εδωσαν επίσης χρωματιστεσ κίτρινες πετσετεσ οπου κοβοντασ τισ εβαλαν για αχυρο, λιγη τσοχα καφε για να φτιαξουν τη φιγουρα του μωρου και ενα μικρο κουρελακι για κουβερτα.
Όλα λοιπον τα ορφανα αρχισαν να φτιαχνουν βιαστικα τισ φατνεσ.
Όλα πηγαιναν καλα μεχρι που εφτασε η σειρα ενοσ μικρου παιδιου του Μίσα, για να δειξει τι ειχε κανει. Φαινοταν μεχρι εξι χρονων και ειχε τελειωσει πρωτοσ τη φατνη.
Τον πλησιασαν οι δυο αμερικανοι και εκπληκτοι κοιταζοντασ τη φατνη,ειδαν μεσα δυο μωρα αντι για ενα. Κ
οιταγαν απορημενοι και εκπληκτοι φωναξαν γρηγορα τον διερμηνεα για να ρωτησουν τι συμβαινει.
Ο μικρός Μίσα σταυρωσε τα χερια του και παρατηρώντας τη φατνη, αρχισε να διηγειται την ιστορια τησ γεννησησ. Η αφήγηση ενοσ παιδιου που ακουγε την ιστορια μια μονο φορα ηταν πολυ καλη, μεχρι που εφτασε στο σημειο που η Μαρία εβαλε το μωρο στη φατνη.
 

Εκεί ο μικρός Μίσα άρχισε να επινοεί το δικό του τέλος για την ιστορία, και άρχισε να λέει:
«Και όταν η Παρθένος Μαρία άφησε το μωρό στη φάτνη, ο Ιησούς με κοίταξε και με ρώτησε εάν είχα μέρος να μείνω.
Εγώ του είπα ότι δεν είχα γονείς και γι' αυτό δεν είχα που να μείνω.
Τότε ο Ιησούς μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί μαζί του.
Του απαντησα οτι δεν μπορουσα, διοτι δεν ειχα καποιο δωρο να του προσφερω οπωσ ολοι.
Σκεφτηκα ομωσ οτι θα μπορουσα να του προσφερω τη ζεστασια μου αφου ηταν μικροσ και μεσα σε μια φατνη.
Γι αυτο τον ρωτησα: 

Εάν σου προσφερω ζεστασια, αυτο θα ειναι καλο δωρο για σενα;
Και ο ιησουσ μου ειπε: 

— Εάν μου προσφέρεις ζεστασιά, αυτό θα ειναι το καλυτερο δωρο που θα μου εχουν δωσει.
Έτσι λοιπον μπηκα κι εγω μεσα στη φατνη ειπε ο μικροσ, αφου ο Ιησούς μου ειπε οτι θα μπορούσα να μείνω εκεί για παντα».
 

Όταν λοιπον ο μικρός τελειωσε τη δικη του ιστορια, τα ματακια του ελαμπαν γεματα απο δακρυα τα οποια μουσκευαν τα μαγουλα του. Σκεπασε το προσωπο του και εσκυψε το κεφαλι του. Tο μικρο ορφανο συναντησε επιτελουσ καποιον ο οποιοσ ποτέ δεν θα το εγκατελειπε, ουτε θα το εκμεταλλευοταν.
Καποιον που θα ηταν μαζι του για παντα αφου ο ιδιοσ ηταν η ζωή!! 


Χριστούγεννα λοιπον δεν ειναι τα φωτα, οι γιρλαντεσ, τα δωρα, τα γελια, η μουσικη, το γιορτινο τραπεζι, τα καλαντα και τα παιχνίδια.
Είναι κατι περισσοτερο απο αυτα τα υλικα.
Ειναι το μεγαλειο που εχουμε μεσα μασ για να δειξουμε συμπονοια, φιλια και αγαπη στουσ γυρω μασ.
Η γεννηση του Χριστού ειναι ιστορικο γεγονοσ, αλλα σημασια εχει να γεννιεται μεσα μασ καθε φορα, αφου εκεινοσ ειναι η αρχη μιασ νέας ζωής. 

Ας τρέξουμε λοιπον, να χαρουμε ολοι τα Χριστούγεννα με την προϋπόθεση ομωσ, τα φετινα να γινουμε πιο ανθρώπινοι.

Αναρτήθηκε από jk o sκρουτζακοs 

Monday, 26 December 2022

Νίκος Δήμου: Τα Χριστουγεννιάτικα αυγά

    Είμαι εννέα χρόνων, δεν ξέρω τίποτα από Χριστούγεννα, δεν έχω δει ποτέ έλατο, μήτε στολίδια. Έχουμε πολύ πεινάσει στην Κατοχή, έχουμε πουλήσει παλιά προγονικά κειμήλια γενεών, έχουμε ανταλλάξει το πιάνο της μάνας μου με ένα ντενεκέ λάδι. 
    Μα αυτές εδώ οι γιορτές του '44 είναι οι πιο παράξενες, συνοδευμένες από εκπυρσοκροτήσεις όπλων, εκρήξεις βομβών, κροτάλισμα μυδραλιοβόλων, το γλουγλούκισμα των όλμων που περνάνε πάνω από το σπίτι.
    Εμείς τα παιδιά έχουμε χάσει και την αλήτικη κατοχική ελευθερία μας. (Τι κάναμε! Παίζαμε με σφαίρες και καψούλια, με κάλυκες και μακαρόνια δυναμίτη! Πατούσαμε απότομα με τα πέταλα του τακουνιού μας την άκρη του μακαρονιού - κι έφευγε σφυρίζοντας σαν πυροτέχνημα. Ποια πέταλα; Μα όλοι φορούσαμε σιδερένια πέταλα στα χιλιομπαλωμένα παπούτσια μας για να μη λιώνουν. Και περπατώντας αντηχούσαμε σαν αυτούς που χορεύουν κλακέτες!)

    Τώρα όμως μας έχουν μαντρώσει μέσα στο σπίτι «μη σας πάρει καμία αδέσποτη». Κι αυτό δεν ήταν άδεια κουβέντα. Λίγες ημέρες πριν, η ξαδελφούλα μου η Νίκη, με ξανθό ίσιο μαλλί ως τη μέση, δέχθηκε μία σφαίρα στον κατάλευκο κρόταφο.

    Κλεισμένοι μέσα, χωρίς φως - είχαμε συνεχείς διακοπές ρεύματος - καίγαμε μαγκάλι για ζέστη. Ο πατέρας βρισκόταν στην Σκομπία - έτσι λέγαμε τότε το κέντρο της Αθήνας που ελεγχόταν από τους Εγγλέζους του Σκόμπυ. Εμείς, είχαμε δίπλα μας την πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ. Η μητέρα φοβόταν τους Ελασίτες αλλά μία φορά που ήρθαν στο σπίτι, με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια τους, μας φέρθηκαν πολύ ευγενικά.

    Ο πατέρας εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών - και (έτσι θυμάμαι) τον είχε καλέσει ο υπουργός για μία έκτακτη δουλειά και δεν μπόρεσε να επιστρέψει. Γεγονός πάντως πως μας έλειπε - και πως, παραμονή Χριστουγέννων, δεν υπήρχε ούτε φως, ούτε ζέστη, ούτε πατέρας. Μόνον όλμοι και βόμβες.

    Καθόμασταν λοιπόν γύρω από την λάμπα του πετρελαίου (ακόμα νιώθω την μυρωδιά της) όταν ξαφνικά ακούμε ένα κορνάρισμα έξω από το σπίτι. Παρά την απαγόρευση πετάγομαι στο μπαλκόνι - και τι να δω! Ένα νοσοκομειακό του Ερυθρού Σταυρού στην πόρτα μας - κι ένας εξάδελφος μου, μεγαλύτερος, που μου γνέφει να κατέβω.

    Κατρακυλάω τα σκαλιά. Τα νοσοκομειακά ήταν τότε τα μόνα οχήματα που ελευθεροκοινωνούσαν ανάμεσα στις δύο ζώνες. Ο εξάδελφος έφερνε μήνυμα από τον πατέρα. Ήταν καλά και μας έστελνε για δώρο μία σοκολάτα και δύο αυγά.

    Τώρα εσείς νομίζετε πως χάρηκα για τη σοκολάτα. Όχι πολύ - είχα ξαναφάει μία, Αγγλική, στην απελευθέρωση. Το θαύμα ήταν τα αυγά. Παιδί της κατοχικής πόλης, είχα ξεχάσει πως είναι ένα αυγό. Τα χάζευα, τα χάιδευα (τι τέλειο σχήμα που έχουν!) κι όταν τα βράσαμε και τα κόψαμε, έμεινα εκστατικός μπροστά στο χρώμα και τη γεωμετρική συμμετρία του κροκού μέσα στο ασπράδι.

Έτσι λοιπόν έγινε που, αντί για πασχαλινό, εγώ χάρηκα τότε αυγό Χριστουγεννιάτικο.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 23 December 2022

Νοσταλγικές αναμνήσεις από τις μεγάλες Χριστουγεννιάτικες γιορτές της δεκαετίας του 60-70

Το χαμηλόκτιστο σπίτι ξεχώριζε από την πέτρινη καπνοδόχο του, που έστελλε λευκές κορδέλες καπνού, στον μαυρισμένο Χειμωνιάτικο, μουντό ουρανό. Έξω λυσσομανούσε ο βοριάς, με το ψιλοβρόχι να παγώνει τον τρομαγμένο κοκκινολαίμη, που κούρνιαζε στις φυλλωσιές των θάμνων.

Έκαιγε η παρασκιά και στο κουμούλι γύρω- γύρω, καθόταν τα παιδιά. Με το φως της λάμπας πετρελαίου, το μεγαλύτερο παιδί διάβαζε για τα αδέρφια του, τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Δεν τους περίσσευαν λεφτά, για να τ’ αγοράσουν και δανείστηκαν το βιβλίο από το μονοθέσιο Σχολειό τους. Έπρεπε να περπατούν από το ξημέρωμα αρκετές ώρες δρόμο, με φθαρμένα παπούτσια και ρούχα, για να φτάσουν στο Σχολειό του χωριού. Η μάντρα με τα προβατάκια της, και το φτωχικό τους σπίτι, ήταν πολύ μακριά.

Ο μοναδικός δάσκαλος, δίδασκε τα παιδιά έξι ώρες την ημέρα. Κάθε ώρα, αντιστοιχούσε και σε μια τάξη. Έτσι τα παιδιά μάθαιναν την ύλη όλων των τάξεων. Ήταν μικρό εκείνο το Σχολείο, στο χωριό  και τα στενά χωμάτινα δρομάκια του, τα περνούσαν καθημερινά τα λιγοστά παιδιά που διψούσαν για μάθηση.

Ο μικρός Κωστής, η Ελενίτσα, ο Δημήτρης, η Μαρία, ο Γιωργάκης, η Κατερίνα, δεν έχαναν ούτε μια μέρα από τα αγαπημένα τους μαθήματα.

Εκεί στο Σχολειό διάβαζαν και έπαιζαν στην μικρή αυλή, που ήταν παράλληλα και η αυλή της Εκκλησίας της Παναγιάς.

Ώσπου ήρθαν οι Χριστουγεννιάτικες διακοπές και τα παιδιά χαρούμενα απάγγειλαν τα γιορτινά ποιήματα τους. Για δυο βδομάδες θα αποχωρίζονταν τα φιλαράκια τους, το τσίγκινο κουβαδάκι, την καστανιά και το εμαγιέ κατσαρολάκι, που τους έβαζε ο Σχολικός επιστάτης ο Πέτρος, το ζεστό γάλα, από το συσσίτιο, ακολουθούμενο με ένα κομμάτι κίτρινο τυρί του γκαζοντενεκέ.

Χαρούμενα πέταξαν τα βιβλία, στην άκρη του ξύλινου τραπεζιού και μόλις το ημερολόγιο έδειξε παραμονές των μεγάλων Γιορτών, ξεχύθηκαν στις γειτονιές με ένα αυτοσχέδιο σιδερένιο τριγωνάκι. Φόρεσαν και τα χοντρά παλτά τους, τους πλεκτούς σκούφους και τα γάντια, που τους έπλεξε η γιαγιά. Έψαλλαν τα Κάλαντα, παρέες- παρέες και από πόρτα σε πόρτα, ενώ οι μελωδικές παιδικές φωνές τους ζωντάνευαν το σιωπηλό ορεινό χωριό.

Θα μοιράζονταν στο τέλος κατά το σούρουπο, μερικές τρύπιες δεκάρες, λίγα αυγά και πολλά σπιτικά γλυκίσματα.

Στο ζεστό, πέτρινο σπιτάκι, σε μια γωνιά για γιορτινό Χριστουγεννιάτικο  δεντράκι,  έστεκε ένα κλαδάκι από κυπαρίσσι. Ήταν φορτωμένο με μύγδαλα και καρύδια, τυλιγμένα στο ασημόχαρτο της καραμέλας και της σοκολάτας. Κάτω στη ρίζα του η κάρτα των ξενιτεμένων με την Θεία Γέννηση του Χριστού. Πουθενά δεν υπήρχαν τα συνηθισμένα δώρα.

Δεν περίσσευαν λεφτά ούτε για παιχνίδια. Λίγες πάνινες κούκλες και μπάλες, λίγα θρύψαλα από σπασμένα πιατικά, γίνονταν πολύτιμο σερβίτσιο φαγητού, στο φανταστικό παιχνίδι.

Το τσέρκι αρκούσε, ώστε ένα στεφάνι από παλιό βαρέλι και ένα κομμάτι σίδερο, να τρέχει και να διασκεδάζει  τους μικρούς παίχτες, ως τα πέρατα της γης. Άλλοτε πάλι ένα χαρτονένιο καραβάκι, τους ταξίδευε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, σε απέραντους ωκεανούς και σε χώρες μακρινές. Έτσι όπως τις μάθαιναν στο μάθημα τις Γεωγραφίας και με διάπλατα μάτια, τις εντόπιζαν στον Παγκόσμιο χάρτη, του Άτλαντα.

Έπεφτε νωρίς το σκοτάδι και η μάνα έπρεπε να έχει έτοιμο, εκτός από το γάλα και  βραστικό από αλεσφακιά ή από σάψυχο, για να ζεσταθούν όλοι. Λίγο σπιτικό ψωμί, βγαλμένο από το φούρνο του Σαββάτου και αλειμμένο με τη γλίνα από τα τελευταία χοιροσφάγια, μερικές ελιές και έτοιμο το δείπνο.

Ο πατέρας, μόλις είχε γυρίσει από το καφενεδάκι του μπάρμπα Γιάννη. Κρατούσε γλυκές καραμέλες ή λουκούμια, που ήταν τα κέρδη του από το βραδινό τάβλι με τους λεσπέρηδες, δηλ τους (γεωργό -κτηνοτρόφους) φίλους του. Τα κρύα βράδια του Χειμώνα, στις αποσπερίδες, εκτός από το τζάκι που έκαιγε ξερόκλαδα, η πραγματική ζεστασιά βρισκόταν στην καρδιά της οικογένειας. Οι γιορτές θα περνούσαν όχι στερημένα, αλλά με τα απαραίτητα. Ο πάππους έλεγε με σοφία πως ‘με την αγάπη και την ομόνοια της οικογένειας, τα λίγα γίνονταν πολλά.’

Ο καλοθρεμμένος κόκορας στην αυλή, θα πρωταγωνιστούσε στο οικογενειακό και συγγενικό τραπέζι. Ξεροψημένος, γεμιστός, νόστιμος, βγαλμένος από τον σπιτικό ξυλόφουρνο.

Το σπιτικό, Χριστόψωμο και η Βασιλόπιτα της μαμάς, μαζί με τους παραδοσιακούς κουραμπιέδες, τα φοινίκια ή μελομακάρονα και τις μελωμένες δίπλες, θα επιβράβευαν την νοικοκυροσύνη και την μαγειρική της τέχνη.

Ξημέρωσε η 25 η του Δεκέμβρη. Χριστούγεννα αχάραγα, και  οι γλυκόλαλες καμπάνες των Εκκλησιών, καλούσαν τους πιστούς να ευλογηθούν με τη  Θεία Γέννηση του Χριστού.

«Ξυπνήστε Χριστιανοί, η Εκκλησία αρχίνισε και ο παπάς δεν θα μας περιμένει.» Έλεγαν οι γειτόνοι και χτυπούσαν τις πόρτες των συγχωριανών τους, για να είναι έτοιμοι όλοι και να προλάβουν τα χαράματα την Εκκλησία.

Ήρθαν  τα  ευλογημένα Χριστούγεννα και  η κάθε οικογένεια θα βάλει τα καλά της ρούχα, φρεσκοπλυμένα και καλό σιδερωμένα με το σίδερο τον καρβουνιάρη και θα πάει με το ξημέρωμα ως την Εκκλησιά.

Ένα ανθρώπινο ποτάμι, κρατώντας κεριά αναμμένα θα ανηφορίσει το πέτρινο μονοπάτι, για να φτάσει ως την πετρόχτιστη αιωνόβια Εκκλησία. Εκεί μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, θα ακουστούν οι  ικεσίες, οι προσευχές και οι δεήσεις, μαζί με τους πιο μελωδικούς ύμνους, στο αναλόγιο των ψαλμωδών.  ‘Χριστός γεννάτε δοξάσατε’. Θα μοσχοβολά το ευωδιαστό θυμίαμα και θα λαμποκοπούν τα μανουάλια, από τα αναμμένα κεριά, μπροστά στο εικονοστάσι.

Όλο το χωριό μια οικογένεια, μια αγκαλιά αγάπης, πλημμυρισμένη με ευχές.

Την Πρωτοχρονιά, η γλυκόλαλη καμπάνα από το χιονισμένο πανύψηλο καμπαναριό, θα καλέσει ξανά τους πιστούς του χωριού, να βάλουν τα καλά τους ρούχα και να πάνε στην Εκκλησία. Ύμνοι και Ευχές θα ακουστούν και πάλι  στην Βυζαντινή εκείνη ιστορική Εκκλησιά.

Ύστερα ο αφέντης θα κάνει το ‘ποδαρικό’, κρατώντας μια Εικονίτσα του Χριστού και της Παναγιάς και σπάζοντας ένα ρόδι, στην καλό ασπρισμένη είσοδο του  χαμηλόκτιστου, φτωχικού σπιτιού.

Η νοικοκυρά, σύμφωνα με το έθιμο, θα τον υποδεχτεί μαζί με τα παιδιά.

Θα κάνει  το ‘κλου’, σκορπώντας στο πάτωμα εκτός από λίγα κέρματα, μερικά  καρύδια και αμύγδαλα,  για την άφθονη καρποφορία του χρόνου.

Και όταν θα κόψουν τη Βασιλόπιτα, μετά το γιορτινό, πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όποιος θα ήταν ο τυχερός που θα εύρισκε το κρυμμένο μισό-φράγκο, για επιβράβευση, θα είχε ένα γλύκισμα παραπάνω, από μελομακάρονα ή κουραμπιέδες. 

Μετά από λίγες μέρες όταν ο παπάς θα  κάνει τον Μικρό Αγιασμό, θα Αγιάσει τις αυλές και τα χωράφια, θα μπει μέσα στα σπίτια και φεύγοντας θα ραντίσει τα ζωντανά και το πηγάδι του σπιτιού. Τα Φώτα όλοι θα νηστέψουν, για να πιουν στην Εκκλησιά  το Μεγάλο Αγιασμό.

Το βράδυ θα γευτούν τους ολόγλυφους μαρμαρίτες, ψημένους στο καυτό μάρμαρο. Μέχρι την άλλη μέρα που ο Αι Γιάννης, θα τραβήξει την αυλαία και θα κλείσει το λαμπερό, γιορταστικό Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Όμορφα χρόνια, νοσταλγικά, χωρίς τηλεόραση, με ένα παλιό ραδιόφωνο με λυχνίες, χωρίς ενοχλητικά τηλέφωνα, εκτός από το μοναδικό στον καφενέ του χωριού. Χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διαδίχτυα, να μπερδεύουν στα ‘δίχτυα’ τους, ανθρώπους και καταστάσεις και να δημιουργούν χιλιάδες προβλήματα. Όμορφα χρόνια, που πέρασαν μέσα στο ανελέητο ρυάκι του χρόνου και άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, στους τυχερούς. Σε όσους  πρόλαβαν και τα έζησαν στα χωριά, αλλά και στις πόλεις, πριν η πικρή μεταπολεμική, οικονομική μετανάστευση, αδειάσει την γεμάτη ζωντάνια Ελληνική ύπαιθρο χώρα.

Χρόνια Πολλά - Καλές Γιορτές με Υγεία

Ξανθίππη Αγρέλλη - (22/12/ 2020)

vimatisko.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 24 December 2020

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Υπό βροχήν ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ βάδισε όλη την ημέρα στα παγωμένα καταράχια. Έφτασε κατάκοπος, νηστικός, μουσκεμένος στη δυσπρόσιτη γραμμή εφόδου. Το άγριο χιονισμένο τοπίο, υπό κανονικές συνθήκες άβατο, δυσκόλεψε την πορεία του, τον εμπόδισε να είναι στον στόχο του την ώρα που πρόβλεπε το επιχειρησιακό σχέδιο. Λίγα μόνο λεπτά τον βρήκαν να ξεκουράζεται ορθός στο γλιστερό βάθος της χαράδρας (πού τόπος να καθίσει στο λασπερό χιόνι;), ίσα-ίσα για να φτάσουν και οι τελευταίοι του λόχου του.

Χωρίς ανάπαυλα, όσο βαστούσε ακόμα το λιγοστό φως της φθινοπωριάτικης μέρας, εφόρμησε στην απόκρημνη πλαγιά που υψωνόταν μπροστά του. Με το σύνθημα, τα μουσκεμένα του πόδια σάλεψαν βαριά στον ανήφορο. Άγριος βρυχηθμός η κραυγή του αντήχησε βραχνά στα γκρεμνά που μισοσκότεινα έχασκαν κάτω του. Έτρεξε λαχανιασμένος, πήδησε βράχια, έπεσε, σηκώθηκε, σκόνταψε, γλίστρησε, γαντζώθηκε στα χαμόκλαδα, ξανασηκώθηκε, μάτωσε, πόνεσε, βόγγηξε, μα τίποτε δεν στάθηκε δυνατό να τον πισωγυρίσει.

Το βλέμμα του, αστράφτοντας άγρια, ήταν καρφωμένο στην κορφή που ανασκαβόταν αδιάκοπα από τις εκκωφαντικές εκρήξεις. Παγωμένη τανάλια τα δάχτυλά του, κλείδωναν σφιχτά πάνω στο φλογισμένο του όπλο. Με τη στερνή αναλαμπή της φοβερής μέρας ο νεαρός στρατιώτης, αιμόφυρτος, τρομερός, αλλοπαρμένος, πατούσε θριαμβευτής, ίδιος θεός του πολέμου, την κορφή του ματοποτισμένου υψώματος. Ο ασυρματιστής με τα δάχτυλα κοκκαλωμένα βιάστηκε να χτυπήσει στο παγωμένο χειριστήριό του: «Αποστολή εξετελέσθη». Οι εκκωφαντικοί κρότοι αραίωναν, μα τα φαντάσματα του ολέθρου φτεροκοπούσαν ακόμα στον τρελό αέρα, τη βροχή, το μισοσκόταδο.

Η ξέφρενη μάχη κόπασε. Ο βαρύς Νοέμβρης του ’40 σκέπασε με το πηχτό σκοτάδι του τα χιονισμένα βουνά. Ο λόχος, αποδεκατισμένος απ’ τα δεινά του πολέμου, πασχίζει ν’ αγκιστρωθεί στην ανεμοδαρμένη κορφή. Ο νεαρός στρατιώτης, μουσκεμένος, πεινασμένος, παγωμένος, πεθαμένος, ψάχνει στην υγρή λασπωμένη γη απάγκιο για λίγη εναγώνια ανάπαυση μέχρι το επόμενο ματοκύλισμα. Πόσο ζήλευε και καλοτύχιζε, τέτοιες στιγμές, τ΄ άγρια θεριά στις φωλιές τους!

Είχε ξεχάσει πώς είναι να ζεις σαν άνθρωπος. Η όψη του αγρίεψε. Το κορμί του βρώμισε. Τα ρούχα του σκίστηκαν. Τα άρβυλά του τρύπησαν. Η ψυχή του μόνο ήταν ακόμα ζωντανή. Της έδινε πνοή το όραμά τους. Το όραμα της νίκης που, παρά τις απάνθρωπες συνθήκες του πολέμου και τις απελπιστικά δυσοίωνες προβλέψεις, το αγκάλιαζαν κάθε μέρα χειροπιαστά στα φρικιαστικά πεδία των μαχών. Και που το θέριευε αδιάκοπα και το φούντωνε πιότερο, μυστικά αλλά και φανερά, μια άλλη μορφή, γνωστή, γλυκειά, αγαπημένη κι αυτή απ’ το βρεφικό τους μαξιλάρι, η δεύτερη μάνα τους, η Παναγία. Κι έκανε κουράγιο ο νεαρός στρατιώτης και πολεμούσε αλύγιστος ενάντια σ’ όλα τα θεριά για όλα όσα άφησε πίσω του, για όσα αγαπούσε.

Μα ήρθε η ώρα που τσάκισε και η ψυχή του.

Ήταν τότε που έφτασαν και στην προκεχωρημένη τους γραμμή οι ισχνές εφεδρείες, προσπαθώντας να καλύψουν κάτι απ’ τα δυσαναπλήρωτα κενά που οι αδυσώπητες μάχες άφηναν πίσω τους.

-  Καιρός ήταν! Μας θυμήθηκαν! σκέφτηκε ο νεαρός στρατιώτης και μια μικρή ανακούφιση τρύπωσε στη σκληρυμένη απαράκλητη καρδιά του.

Ο λόχος τους, απ’ την αρχή του πολέμου στην πρώτη γραμμή, δεν ήταν παρά λόχος-φάντασμα. Ούτε σκέψη βέβαια για πλήρη αντικατάσταση των καταπονημένων μαχητών, που φάνταζαν σκέλεθρα από τη φοβερή κακοπάθεια. Έστω και έτσι όμως, η μικρή αναπλήρωση κάποιων κενών έδινε ανάσα ζωής στην αποδεκατισμένη μονάδα. Μα η ευφορία του νεαρού στρατιώτη δεν κράτησε για πολύ. Η άφιξη των νεοφερμένων είχε μια ιδιαίτερη, όσο και αναπάντεχη εξέλιξη για τον ίδιο.

Ανάμεσά τους διέκρινε από τις πρώτες στιγμές και τον άσπονδο «φίλο» του. Ο «ακατονόμαστος» συγχωριανός του ήταν μεταξύ των λιγοστών εφέδρων που έφτασαν ως τη γραμμή του πυρός. Ο σκληροτράχηλος μαχητής χολώθηκε κατάκαρδα.

-  Έλεος! ανέκραξε μέσα του οργισμένος. Κι εδώ ακόμα με έφτασε η χάρη σου;

Ποιος ήταν ο «ακατονόμαστος»;

Μα ο παιδικός του φίλος. Που μεγαλώσανε μαζί στο ξεχασμένο απόμερο χωριό τους. Μαζί στις παιδικές περιπέτειες, στις χαρές και στις λύπες τους μαζί. Ο πιο κοντινός του, ο δικός του άνθρωπος. Πρώτα σ’ αυτόν θα ’λεγε το καθετί, μετά στους δικούς του. Δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Τον εμπιστευόταν τυφλά. Μα έλα που όλα τα καλά έχουν και τέλος κάποτε! Και η φιλία τους ήταν τόσο καλή, που το κακό τη ζήλεψε και βάλθηκε να τη χαλάσει.

Στο χωριό είχαν φτώχεια μεγάλη και ο Μανωλάκης, όπως τον φώναζαν από μικρό, μπήκε στη δούλεψη από νωρίς. Να δώσει μιαν ανάσα στο σπίτι τους κι αυτός, καταπώς συνηθιζόταν με τους νέους του χωριού του. Μα οι κόποι και τα βάσανα της δουλειάς τον έκαναν γεροδεμένο παλικάρι. Έριξε μπόι, ψήλωσε. Τα μπράτσα του δυνάμωσαν, έσφιξε το κορμί του, μα πάνω απ’ όλα ομόρφυνε. Και πάνω στον ανθό της νιότης του πρόβαλε στο προσκήνιο και η αγάπη.

Σε κάποιο απ’ τα ταξίδια του για τις δουλειές του γνώρισε την Ανδριανή. Ήταν κορίτσι που ξεχώριζε από μακριά. Με το πρώτο που την αντίκρισε, τον τράβηξε. Ψηλή κι αυτή, στητή, καλοβαλμένη, όμορφη σαν το νερό κρύας πηγής. Σεμνή και μετρημένη, καθώς έμαθε, όπου κι αν ρώτησε γι’ αυτήν. Μα δεν μπορούσε να την πλησιάσει από μόνος του. Μια και μοναδική φορά σε τυχαίο συναπάντημα αντάμωσαν οι ματιές τους. Δεν μπορούσε να ξέρει αν εκείνη τον είχε προσέξει ποτέ, ή αν ένιωθε κάτι γι’ αυτόν. Μα ο Μανωλάκης, αγνός άνθρωπος, άβγαλτο παιδί της αγροτιάς, την ερωτεύθηκε βαθιά, με όλη τη δύναμη της νεανικής του καρδιάς. Με καμμιά δεν μπορούσε να τη συγκρίνει. «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών», τόσο διαφορετική τού φαινόταν η αγαπημένη του ανάμεσα στ’ άλλα κορίτσια. Την έκαμε σκοπό της ζωής του και άρχισε να ψάχνει τρόπους και ανθρώπους για να την πλησιάσει.

Και φυσικά εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του πρώτα και καλύτερα, πού αλλού; Στον φίλο του. Εκείνος ενθουσιάστηκε. Και βάλθηκε, σαν φίλος του που ήταν, να συνδράμει στην περίσταση. Θα εύρισκε ανθρώπους κοντινούς της κοπέλας, να μεσολαβήσουν. Να μιλήσουν στους δικούς της, σε κείνη, όπου ήταν χρειαζούμενο, να δέσει το πράγμα, να πάρει σάρκα και οστά το μεγάλο όνειρο του Μανωλάκη. Κι αρχίσανε λοιπόν τα πάρε-δώσε του φίλου για τον μεγάλο σκοπό.

Και πρώτη του κίνηση βέβαια ήταν να τη δει κι ο ίδιος από κοντά, να αποκτήσει ιδία αντίληψη περί του θέματος, όπως έλεγε. Να μην ξέρει ο άνθρωπος για ποιο πράγμα αγωνίζεται; Και φυσικά, θαμπώθηκε από την ομορφιά της κι αυτός. Και εδώ ήταν που άρχισαν τα πράγματα να μετράνε αντίστροφα. Ο σπουδαίος φίλος δεν δίστασε καθόλου να αλλάξει ρόλο παρευθύς. Κι από προξενητής, βρέθηκε να κυκλοφοράει για γαμπρός. Τα ’φερε από δω, τα ’φερε από κει, με το ένα, με το άλλο, κατάφερε στο τέλος ο καλός σου με τη μαεστρία του, βάζοντας τον ερωτευμένο φίλο του να κοιμάται στα χαμομήλια, να φτιάξει τη δουλειά του τέλεια. Και ώσπου να πάρει είδηση ο βαθιά νυχτωμένος, ανίδεος Μανωλάκης, τί παιχνίδια παίχτηκαν πίσω από την πλάτη του, ο καλύτερος φίλος του βρέθηκε παντρεμένος με την όμορφη Ανδριανή.

Το νέο έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία στην ψυχή του φτωχού Μανωλάκη. Αυτός κι αν έπεσε απ’ τα σύννεφα! Νόμισε πως ζει εφιάλτη. Δεν μπορούσε να πιστέψει το τί έγινε. Να τον εκμεταλλευθεί ο έμπιστος φίλος του τόσο αισχρά! Ένιωσε τη ζωή του να γίνεται θρύψαλα στη στιγμή. Είδε τις δυο μεγάλες του αγάπες ξαφνικά να κάνουν φτερά. Ο καλύτερος φίλος του να τον προδίδει θανάσιμα! Η αγαπημένη του να χάνεται οριστικά απ’ τη ζωή του, να ανήκει παντοτινά πλέον σε άλλον! Τα μάτια του θάμπωσαν, το μυαλό του σκοτίστηκε, η καρδιά του σταμάτησε. Η ζωή έφυγε απ’ το κορμί του. Ο Θεός τον φώτισε και δεν άρπαξε την καραμπίνα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Μα στο εξής τα πάντα μαράθηκαν μέσα του. Το όμορφο παλικάρι μαράζωσε, η νιότη του φυλλορρόησε, μάδησε σαν το κομμένο τριαντάφυλλο. Μια βαθειά δυστυχία θρονιάστηκε στην ψυχή του. Κατάντησε άνθρωπος μισερός. Οι δικοί του φοβήθηκαν πως θα τον χάσουν. Τους αγαπούσε πολύ κι έκανε το παν για να μην υποφέρουν μαζί του. Μα η ζωή του είχε μόνιμα σακατευτεί. Δεν μπόρεσε να συγχωρέσει ποτέ τον ύπουλο φίλο του. Τον μίσησε με όλη τη δύναμή του. Δεν θέλησε ποτέ του να τον ξαναδεί. Και ποτέ ξανά δεν ανάφερε το όνομά του. Ήταν γι’ αυτόν πλέον ο «ακατονόμαστος».

Και η Ανδριανή; Έμαθε ποτέ για τον μεγάλο του έρωτα; Της μίλησε άραγε ποτέ γι’ αυτό ο «ακατονόμαστος»; Δεν μπορούσε να ξέρει. Ούτε είχε τρόπο να μάθει. Μα δεν είχε και νόημα φυσικά. Ήταν πολύ τίμιος για να αρχίσει να σκαλίζει. Δεν είχε τίποτε να βγάλει.

Αυτός δεν το ήξερε, μα η κοπέλα, μια και ζούσε στο χωριό τους πια, έμαθε κάποτε, σε χρόνια βέβαια, την πικρή αλήθεια. Μια βαθειά συμπάθεια την πλημμύρισε για το πληγωμένο παλικάρι, που, ούτως ή άλλως από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισε, της είχε μιλήσει έντονα μέσα της. Μα τώρα δεν ωφελούσε τίποτα. Ήταν πολύ αργά για οτιδήποτε. Είχε πια οικογένεια, μικρά παιδιά να μεγαλώσει. Και ήταν κι αυτή πολύ τίμια για να σκαλίσει οτιδήποτε παραπέρα.

Ας όψεται ο «ακατονόμαστος»!

Και να τον έχει τώρα κοντά του στην πιο θανάσιμη πάλη της ζωής του, εδώ που παίζονταν όλα για όλα ανά πάσα στιγμή! Πώς γίνονται τέτοιες απίθανες, τόσο ανεπιθύμητες συμπτώσεις; Ποιο μακάβριο πεπρωμένο εμπαίζει σαδιστικά τον πόνο του; Χάθηκαν οι επιλογές στη σκακιέρα της ιστορίας; Ο νεαρός στρατιώτης ένιωσε την ψυχή του να λυσσομανά. Δεν έφτανε η προσωπική του μέχρι τώρα τραγωδία, η φρίκη του πολέμου, η ανήκουστη κακουχία που τους κατάντησε αγριμικά και θεριά. Θα είχε μπροστά του στο εξής και τον προσωπικό του δήμιο παντού, να τον βασανίζει ανελέητα. Ε, όχι πια! Δεν ήταν δα και υπεράνθρωπος! Πόσο θα κράταγε ακόμα; Η αίσθησή του ήταν πως όλα αυτά ξεπερνούσαν αφάνταστα τις αντοχές του. Η ψυχή του μαύρισε, έσπασε, γονάτισε.

Και ο πόλεμος, που από αισθήματα κι ανθρώπινους καημούς και πόνους δεν ένιωθε, συνεχιζόταν αμείλικτος. Μα ο νεαρός στρατιώτης άρχισε τώρα να τα βλέπει όλα με παγερή απάθεια. Λίγο τον ένοιαζε πια η ζωή του, έχασε το νόημά της γι’ αυτόν. Προκαλούσε ανοιχτά την τύχη του. Περιγελούσε ψυχρά τον θάνατο, γινόταν προκλητικά παράτολμος, έβγαζε το άχτι του βουτώντας απερίσκεπτα στους κινδύνους. Οι ανώτεροί του έτρεμαν στη σκέψη να χάσουν από ανοησίες τον καλύτερο στρατιώτη τους. Προσπαθούσαν μάταια να τον λογικέψουν. Θυμόταν μόνο, πού και πού, τη μάνα του την πονεμένη και τις αδελφές του, που θα μαυροφορούσαν στα νιάτα τους, και μάτωνε η καρδιά του πικρά.

Τα Χριστούγεννα κόντευαν. Μα ποιος τα θυμόταν; Το καθημερινό χαροπάλεμα συνεχιζόταν όλο και πιο άγριο. Οι εξουθενωμένοι μαχητές βρισκόντουσαν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση. Το σύνταγμά τους είχε αγκιστρωθεί σε απόκρημνο ορεινό όγκο, απ’ τους πολλούς που αφθονούσαν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Σκορπισμένα περιμετρικά τα τρία τάγματά του, παρέμεναν καθηλωμένα για μέρες κάτω απ’ τον καταιγισμό των εχθρικών πυροβόλων. Η προέλασή τους κοβόταν απ’ το απότομο ρεύμα του ποταμού που έγλειφε τη χιονισμένη κατωφέρεια μπροστά τους. Με εντολή του συνταγματάρχη μια διλοχία, επιχειρώντας νυχτερινή παράτολμη έφοδο, κατάφερε να διεισδύσει στην απέναντι όχθη. Σχημάτισε μικρό προγεφύρωμα, μα χωρίς υποστήριξη, αποκομμένη, κινδύνευε να αφανιστεί. Ο νεαρός στρατιώτης ήταν στο προγεφύρωμα.

Η προωθημένη μονάδα, οχυρωμένη πρόχειρα, βρισκόταν τώρα στο μάτι του κυκλώνα. Ο ταγματάρχης-διοικητής της, ψάχνοντας απεγνωσμένα για προκάλυψη, έβγαλε βιαστικά αναγνωριστική περίπολο. Γλιστρώντας αθόρυβα οι πέντε οπλίτες της, προσπάθησαν να ψηλαφήσουν στα σκοτάδια της νύχτας το ανάγλυφο της περιοχής. Κόντευαν να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, όταν σε κοντινή απόσταση αντιλήφθηκαν ύποπτη κίνηση. Εχθρικό απόσπασμα, δυο διμοιρίες τουλάχιστον, κατευθυνόταν προσεκτικά προς τη θέση της διλοχίας για αιφνιδιαστική προσβολή.

Οι άντρες της περιπόλου ακροβολίστηκαν στη στιγμή και κινήθηκαν προς τα πίσω, μα η απόσταση που τους χώριζε από την εχθρική ομάδα ήταν πολύ μικρή. Δεν μπορούσαν να τρέξουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Οι δυο παρέμειναν επί τόπου. Με τα φορητά τους αυτόματα άνοιξαν ομαδικό ξαφνικό πυκνό πυρ καταπάνω στον εχθρό, για να καλύψουν τη διαφυγή των υπολοίπων. Στη συνέχεια οι τρεις από ασφαλέστερη θέση κάλυψαν την υποχώρηση των δύο. Ο εχθρός αλαφιάστηκε, πισωγύρισε, αναδιπλώθηκε σαν ερπετό, ρίχτηκε με λύσσα στην αντεπίθεση. Η διλοχία βρέθηκε ακαριαία στο πόδι, εφόρμησε, κατάφερε να σπάσει την ορμή του, καθήλωσε προσωρινά το θεριό.

Μα απ’ την περίπολο γύρισαν μόνο οι τέσσερις. Ο πέμπτος δεν τα κατάφερε. Μέσα στη σύγχυση των διασταυρούμενων πυρών, μια ριπή τον πρόλαβε στα πόδια, ενώ έτρεχε να καλυφθεί στο κοίλωμα ενός βράχου. Η αριστερή του κνήμη έσπασε. Ο δεξιός μηρός γαζώθηκε, μα δεν πειράχτηκε το κόκκαλο. Σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στη βάση της πέτρας. Αδύνατον να κάνει βήμα. Η μάχη γύρω του μαινόταν. Η κρυάδα του θανάτου τον περόνιασε από πάνω ως κάτω μονομιάς. Είτε από σφαίρες, είτε από αιμορραγία, κατάλαβε πως ήταν λίγα τα ψωμιά του.

Το πρωί βρήκε τους αντιπάλους στις πρόχειρες οχυρώσεις τους. Ο αγνοούμενος στρατιώτης θεωρήθηκε νεκρός. Ο διοικητής σκεφτόταν με πρώτη ευκαιρία να τον περιμαζέψει για ταφή. Με τα κιάλια του χτένιζε το πεδίο της νυχτερινής μάχης. Δεν άργησε να τον εντοπίσει, καθώς βρισκόταν σε σημείο υπερυψωμένο, καθαρό από βλάστηση, αλλά και εμφανές εκατέρωθεν των αντιμαχομένων. Ο πεσμένος στρατιώτης προστατευόταν προσωρινά από τα εχθρικά βλέμματα από μικρό πέτρινο κοίλωμα, αλλά κάθε πρόσβαση σ’ αυτό ήταν απόλυτα εκτεθειμένη, χωρίς την παραμικρή κάλυψη. Ο ταγματάρχης εκτίμησε την κατάσταση στα γρήγορα. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να ρισκάρει τίποτε στο φως της μέρας, καθώς η περιοχή βρισκόταν μέσα στο δραστικό βεληνεκές των εχθρικών όπλων. Δίσταζε να διακινδυνεύσει άλλες ζωές. Θα περίμενε τη νύχτα.

Και ενώ ετοιμαζόταν να κατεβάσει τα κιάλια του, ο πεσμένος κουνήθηκε. Ο ταγματάρχης αναπήδησε.

-  Μα είναι ζωντανός! ανέκραξε κατάπληκτος.

Τα δεδομένα τώρα άλλαζαν άρδην. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τραυματία στο έλεος του εχθρού. Ούτε μπορούσε να ξέρει σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο πληγωμένος. Ίσως να είχε χάσει πολύ αίμα. Θα άντεχε μες στην παγωνιά ως τη νύχτα; Μια ομάδα διάσωσης οργανώθηκε στο λεπτό. Ο εμπειρότατος νεαρός στρατιώτης Μανουήλ επιλέχθηκε από τους πρώτους.

Με μεγάλη προσοχή και σχεδόν έρποντας, έφτασαν μέχρι το τελευταίο σημείο που τους παρείχε κάλυψη. Και τώρα; Μπροστά τους απλωνόταν το γυμνό ξέφωτο. Αδύνατο να προχωρήσουν αθέατοι. Θα πλήρωναν ακριβά την τόλμη τους. Τα πολυβόλα θα τους θέριζαν στο λεπτό. Βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία.

Ο νεαρός στρατιώτης, εξασκημένος στον ανορθόδοξο πόλεμο, ανέλαβε πρωτοβουλία. Με παράτολμο θάρρος αναρριχήθηκε απ’ την αθέατη κρημνώδη πλευρά και έφτασε στο χείλος του βράχου που προστάτευε τον τραυματία. Μα πόση ήταν η έκπληξή του και η ψυχρολουσία που δέχτηκε, όταν είδε μπροστά του, ποιον άλλον; Τον «ακατονόμαστο»! Δεν είχε μάθει από πριν το όνομα του τραυματία, ή μπορεί και σκόπιμα να του το κρύψανε. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

-  Ώστε για σένα, βρε σκυλί, ξεσκίστηκα να φτάσω ως εδώ στα βράχια και τους γκρεμούς; Όχι, βρε αναίσχυντε, χίλιες φορές όχι! Δεν θα σου την κάνω τη χάρη! Εδώ θα μείνεις, να πεθάνεις! Να σε ρημάξουν ζωντανό, να σε φάνε τ’ αγρίμια!

Ήταν τόση η φούρκα του, που κάθισε κάτω τρέμοντας. Ένιωσε το κορόιδο της υπόθεσης, όπως ξανά και ξανά στο παρελθόν. Μα να, που τώρα είναι στο χέρι του να βγάλει μια και καλή το άχτι του. Η αγανάκτηση ορθώθηκε πελώριο κύμα μέσα του. Καιρός να πληρωθούν εδώ και τώρα όλοι οι παλιοί λογαριασμοί. Έχει ο καιρός γυρίσματα, δεν λένε;

Σκυφτός ο τραυματίας, ξεματωμένος, παγωμένος, χλωμός, ίσα που ανάσαινε. Δεν σάλεψε καθόλου. Δεν άνοιξε το στόμα μου να πει ούτε λέξη. Δεν σήκωσε μάτια να τον κοιτάξει.

-  Δεν μιλάς τώρα, παλιόπραμα, δεν σε παίρνει, ε;

-  Δεν έχω τίποτα να πω, μουρμούρισε τελικά ξεψυχισμένος ο άλλος. Δεν είμαι παρά ένας θεομπαίχτης. Αν θέλεις, συχώρεσέ με!

-  Τί να συχωρέσω, βρέ, αθεόφοβε; ούρλιαξε ο νεαρός στρατιώτης ξέφρενος. Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω; Καταραμένος να ’σαι, που θέλεις και συγχώρεση!

-  Εγώ πεθαίνω, μου αξίζει, μα έχω μικρά παιδιά! ψιθύρισε με κόπο ο τραυματίας. Μην πάρουν την κατάρα μου πάνω τους. Κάν’ το για κείνα! Κάν’ το για κείνη!

Και έγειρε στο υγρό χώμα αποκαμωμένος.

Ο νεαρός στρατιώτης χτυπιόταν απ’ τον θυμό του. Μα βλέποντάς τον πεσμένο κάτω, σχεδόν νεκρό, άρχισε να καταλαγιάζει το πρώτο του φούντωμα. Δεν ήταν κακός, αντίθετα! Μα ξέσπαγε τώρα η πίκρα μιας ολάκερης ζωής. Στη σκέψη του ήρθε όντως εκείνη (μα μήπως είχε φύγει και ποτέ;) και τα παιδιά της. Ποιος ήταν στ’ αλήθεια αυτός που θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους; Έγινε μήπως «ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων»; Αυτός θα κανόνιζε τώρα ποιος είναι να ζήσει και ποιος να πεθάνει; Και ποιον σταυρό θα κουβαλήσει ο καθένας; Θα βύθιζε στη δυστυχία της ορφάνιας αθώα μικρά παιδιά και στη χηρεία την αγαπημένη του ψυχή;

Κατάλαβε πως η εκδίκησή του θα ’σπερνε πίσω της καταστροφή. Όχι! Ποτέ του δεν ήθελε το κακό των ανθρώπων. Δεν θα το ’κανε λοιπόν ούτε τώρα. Αλλά καιρός τότε να βιαστεί. Δεν είχε τη μέρα ολόκληρη δική του. Άδραξε παρευθύς τον πληγωμένο στα στιβαρά του μπράτσα, όμως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου απλά. Δεν μπορούσε να ξαναπεράσει φορτωμένος τους απότομους γκρεμούς από όπου σκαρφάλωσε νωρίτερα. Η μόνη διέξοδος ήταν το γυμνό ξέφωτο. Θανάσιμο ρίσκο, μα δεν είχε επιλογή.

Έκανε σινιάλο στην ομάδα του για κάλυψη και με τον τραυματία στους ώμους έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένας πυκνός φραγμός πυρός με συνεχείς βολές κατά ριπάς υψώθηκε πάραυτα για να τον προστατέψει. Μα κι ο εχθρός δεν αδρανούσε. Τα πολυβόλα του απάντησαν αμέσως. Στην κόλαση της φωτιάς, μ’ ένα τρελό ζικ-ζακ ο νεαρός στρατιώτης κόντεψε ν’ αγγίξει το θαύμα, μα η σφαίρα που τον έψαχνε επίμονα δεν είχε την ίδια γνώμη. Ένιωσε το φλογισμένο χάδι της στα σωθικά του, μα έσφιξε τα δόντια του για ένα τελευταίο σάλτο, που τον έφερε σχεδόν στην αγκαλιά της ομάδας του.

Με το που εντόπισε τις θέσεις του εχθρού από το πρόχειρο παρατηρητήριο ο διοικητής, πρόσταξε αμέσως βολές όλμου πάνω στα πολυβολεία του. Έτσι η ομάδα διάσωσης με τους δυο βαριά πληγωμένους κατάφερε να φτάσει ασφαλής στη βάση της.

Στο αντίσκηνο-χειρουργείο με ανύπαρκτα μέσα δόθηκε η κρίσιμη μάχη για τη ζωή τους. Εξαντλημένος απ’ την αιμορραγία και την παγωνιά ο «ακατονόμαστος», πήρε με τη φροντίδα λίγο-λίγο να συνέρχεται. Τα τραύματα στα πόδια του ήταν θεραπεύσιμα. Μα ο νεαρός στρατιώτης την είχε άσχημα. Η σφαίρα που τον τρύπησε απ’ το πλευρό, θέρισε ζωτικά του όργανα. Δυο μέρες χαροπάλευε. Ξημέρωναν Χριστούγεννα, χωρίς να πάρει ακόμα το καλύτερο.

Δεν είχε καλοφέξει καν, όταν απ’ το κοντινό αντίσκηνο ακούστηκαν μουρμουρητά, κουβέντες, σούσουρο, ώσπου τελικά ξεκαθάρισαν στ’ αυτιά του ψαλμωδίες. Ξαφνιάστηκε. Πώς έφτασε ως εκεί παπάς; Ο συνταγματάρχης είχε στείλει τον στρατιωτικό ιερέα του συντάγματος για να λειτουργηθούν τα παιδιά, να μεταλάβουν, μέρα που ξημέρωνε. Κανα-δυό φαντάροι πάλευαν να ψαλμωδήσουν τις χριστουγεννιάτικες υμνωδίες. «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί…», «Η Παρθένος σήμερον…» και άλλα. Του φάνηκε τόσο παράξενο μέσα στη φρίκη του πολέμου, στην άγρια ερημιά και στους φρικτούς του πόνους να ακούει λόγια ιερά, γιορτινά, που έτρεξαν δάκρυα από τα μάτια του. Βαθειά συγκίνηση και γαλήνη απλώθηκαν στην ψυχή του. Ο τραχύς στρατιώτης αναλύθηκε σε κλάμα. Μα το ίδιο συνέβαινε και με τον άλλο τραυματία δίπλα του.

-  Δεν ξέρω αν θα ξανάχω την ευκαιρία, μα θα ’θελα να σου πω το μεγάλο μου ευχαριστώ, που θυσιάστηκες για μένα, τον εχθρό σου! είπε με τρεμάμενη φωνή εκείνος. Μακάρι να μπορέσω κάποτε να στο ανταποδώσω.

-  Δεν βλέπω εχθρό μου πουθενά! Ούτε σε σένα, Χρήστο! (για πρώτη φορά εδώ και χρόνια πρόφερε ξανά το όνομα του φίλου του). Άλλωστε φεύγω πια! Το ’πε η μάνα μου η μεγάλη, η Παναγιά, στη μάνα μου απόψε, στο όνειρό μου. Την είδα στο φτωχικό μας απαρηγόρητη να κλαίει, να χτυπιέται. Μα ήρθε αντίκρυ της και εστάθη η Παναγιά, μαυροφορούσα και σεμνή, με μάτια φωτεινά και πρόσωπο γλυκό, καλοσυνάτο.

-  Φτάνουν τα δάκρυα και οι καημοί σου, κόρη μου! της είπε. Το παιδί σου θα το πάρω εγώ κοντά μου πια. Μην κλαις και μην ανησυχείς άλλο γι’ αυτό. Τέλειωσαν οι πίκρες και τα βάσανά του. Τώρα θα είναι και δικός μου γιος. Σήμερα κιόλας θα ’ναι μαζί μου στον Παράδεισο.

Κι ακούμπησε την άχραντη παλάμη της η Παναγιά στ’ αυλακωμένο πρόσωπο της μάνας μου. Πήρε τα δάκρυά της, το γαλήνεψε. Κι έστειλε ένα γλυκό χαμόγελο ν’ ανθίσει στα πικραμένα χείλη της.

Κι ενώ απόσωνε ο στρατιώτης την κουβέντα του, πρόβαλε στην πόρτα της σκηνής χρυσοντυμένος ο παπάς με τ’ άγιο Δισκοπότηρο. Σαν να ’ταν μιλημένος, προχώρησε και στάθηκε στο μαξιλάρι του. Άπλωσε το ιερό μάκτρο πάνω του και πρόφερε σιγανά και ιερόπρεπα:

-  «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Μανουήλ Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»!

Ο στρατιώτης ένιωσε πως είχε κιόλας αναλάβει τη φροντίδα του η μάνα του η Παναγιά. Κοινώνησε ευλαβικά. Έκανε τον σταυρό του και είπε ψιθυριστά:

-  «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου»!

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, έγειρε ελαφρά το κεφάλι στο πλάι και παρέδωσε ειρηνικά και γαλήνια το πνεύμα του.

Απλά και αθόρυβα, μέσα απ’ τις βροντές του πολέμου, ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ αναχώρησε. Την ώρα που το θείο Βρέφος, ο Εμμανουήλ, κατέβαινε από τον ουρανό για το σπήλαιο της Βηθλεέμ, ένα άλλο βρέφος λευκοφορεμένο -η ψυχή του νεαρού στρατιώτη Μανουήλ- ανέβαινε από τη γη στα ουράνια, για το βασίλειο της Εδέμ. Δορυφορούμενα από αγγέλους τα δυο βρέφη, συναπαντήθηκαν στον αέρα και, κατά τρόπο ανερμήνευτο για μας, παρέμειναν έκτοτε για πάντοτε μαζί.

Δυο γράμματα έφτασαν στο μικρό χωριό.

Το ένα για την οικογένεια του στρατιώτη από τον διοικητή του, που με το γνωστό στερεότυπο ύφος γνωστοποιούσε ότι ο γιός τους, «διά υποδειγματικήν εκτέλεσιν του καθήκοντος και επιδειχθείσαν αυτοθυσίαν» κ.λ.π. κ.λ.π., «κατετάγη εις το πάνθεον των ηρώων» κ.λ.π.

 
Το άλλο για την Ανδριανή από τον άντρα της, που την πληροφορούσε για τα καθέκαστα. Διαβάζοντάς το εκείνη, έτρεξε βιαστικά στην κάμαρά της, καθώς δυο δάκρυα καυτά κυλούσαν στα μάγουλά της. Ύψωσε μάτια και χέρια προς τα εικονίσματα και άφησε ελεύθερη την καρδιά της, για πρώτη και τελευταία φορά, να απευθυνθεί μυστικά στον νεαρό στρατιώτη:

-  Σ’ ευχαριστώ, αγαπημένη μου ψυχή, σ’ ευχαριστώ! Πορεύου εν ειρήνη, ζήσε εκεί παντοτινά τη χαρά που δεν γεύτηκες ποτέ στη ζωή σου εδώ!

Χριστούγεννα 2020

π. Δημητρίου Μπόκου

Αντιύλη

Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, 481 00  Πρέβεζα

Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 17 December 2020

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ έναν τόπο μακρινό, που δεν έμαθε ποτέ κανένας κατά πού έπεφτε και μόνο ακουστά τον είχαν ακόμα και οι πιο παλιοί, έγινε ένα πολύ μεγάλο γεγονός.

Η βασίλισσα της χώρας, που για πολλά χρόνια ήταν άτεκνη, γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Και τόσο πολύ χάρηκαν γι’ αυτό ο βασιλιάς και η βασίλισσα, που θέλησαν να το κάνουν γνωστό σ’ όλους τους υπηκόους τους και να τους καλέσουν να λάβουν κι αυτοί μέρος στη μεγάλη τους χαρά.

Έτσι λοιπόν οι τελάληδες του παλατιού γύρισαν τις πολιτείες και τα χωριά και φώναξαν παντού δυνατά, πως ο βασιλιάς τους απέκτησε επιτέλους τον μονάκριβο διάδοχο που περίμενε μια ζωή. Και πως θέλει να χαρούν όλοι στη μεγάλη του αυτή χαρά και, όσοι θέλουν, μπορούν να πάνε στο παλάτι και να γιορτάσουν μαζί του. Και πρόσθεταν, ότι ο βασιλιάς θα δεχτεί και τον πιο απλό άνθρωπο χωρίς εξαίρεση, θα αφήσει κάθε επισημότητα στην άκρη και θα γιορτάσει το μεγάλο γεγονός σαν κοινός θνητός ανάμεσα στους υπηκόους του.

Πολλοί άνθρωποι άκουσαν αδιάφορα την είδηση και, απορροφημένοι από τις καθημερινές τους έγνοιες, δεν έδειξαν καμιά συγκίνηση.

-  Τυχερός ο βασιλιάς, είπαν, αλλά σε μας δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτε.

Μερικοί στενοχωρήθηκαν κιόλας με το νέο, γιατί ήταν άνθρωποι με κακία και δεν ήθελαν να βλέπουν κανέναν, και ιδιαίτερα τον βασιλιά τους, να χαίρεται.

Αλλά πολλοί άλλοι άνθρωποι χάρηκαν με το χαρμόσυνο νέο, γιατί αγαπούσαν τον βασιλιά και τη βασίλισσά τους και τους ήθελαν ευτυχισμένους. Και έτσι, άλλοι από λαχτάρα να δουν το νεογέννητο βρέφος και άλλοι από περιέργεια για την «παραξενιά» του βασιλιά, να γίνει, έστω και προσωρινά, ένα με τους κοινούς θνητούς, πολλοί άνθρωποι τελικά από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και απ’ όλες τις γωνιές της χώρας ξεκίνησαν, μικρές-μικρές συντροφιές, για τη μεγάλη πολιτεία. Σμίγοντας η μια συντροφιά με την άλλη σχημάτιζαν μεγάλα καραβάνια, που από διαφορετικούς δρόμους βάδιζαν σιγά-σιγά για το παλάτι.

Ένας τσαγκάρης με το ’να πόδι του κουτσό κι ένας κηπουρός, ένας βοσκός με το ’να χέρι του παράλυτο κι ένας ράφτης, ένας πραματευτής απ’ το ’να μάτι του στραβός κι ένας ξυλουργός, βρέθηκαν να βαδίζουν αντάμα στην ίδια συντροφιά.

Μαζί τους κουβαλούσαν και τα δώρα τους για τον νεογέννητο βασιλιά. Ένα ζευγάρι μικροσκοπικά υποδήματα από μαλακό δέρμα ο τσαγκάρης, μια ζεστή μωρουδίστικη φορεσιά απ’ το καλύτερό του ύφασμα ο ράφτης, μια σκαλιστή κούνια από κόκκινο ξύλο κερασιάς ο ξυλουργός, δυο φούχτες ξεραμένα δαμάσκηνα και αμύγδαλα ο κηπουρός και μια υφαντή ολόμαλλη φλοκάτη ο βοσκός. Ο πραματευτής όμως κουβαλούσε μόνο την πραμάτεια του. Γέλασε κιόλας όταν είδε τα δώρα των συντρόφων του.

-  Θαρρείτε πως ένας βασιλιάς έχει ανάγκη από αυτά τα τιποτένια πραγματάκια που κουβαλάτε; τους πέταξε ειρωνικά. Και πρόσθεσε:

-  Το μόνο που σκέφτομαι εγώ είναι το πόσα θα βγάλω απ’ αυτό το νταβαντούρι. Τόσος κόσμος, τέτοιο πανηγύρι, ε, δεν μπορεί, θα κερδίσω αρκετά. Ίσως και να κάνω την τύχη μου. Ποιος ο λόγος άλλωστε να κάμω τέτοιο ταξίδι, αν είναι να μη βγάλω τίποτε; Και σίγουρα στο τέλος θα γλεντήσω πολύ, γιατί κάποια φάρσα θα μας ετοιμάζει ο βασιλιάς. Τί άλλο θα μπορούσε άραγε να εννοεί, όταν λέει ότι θα γίνει ένα με μας τους αχαΐρευτους;

Περπατούσαν αδιάκοπα μες από άγνωστα μέρη, η μια συντροφιά κοντά στην άλλη, για να μη χάνουν τον δρόμο τους. Τα πόδια τους πονούσαν και φουσκάλιαζαν απ’ τις κακοτοπιές. Ο χρόνος κυλούσε ασταμάτητα. Οι μέρες γίνονταν βδομάδες, οι βδομάδες μήνες κι αυτοί ακόμα ταξίδευαν.

Τις νύχτες κοιμόντουσαν στο ύπαιθρο. Με πόση λαχτάρα περίμεναν το βασίλεμα του ήλιου, να ξανασάνουν λίγο απ’ τ’ ολοήμερο περπάτημα! Άναβαν φωτιές σαν έπεφτε το σούρουπο και μαζευόντουσαν τριγύρω τους για προστασία απ’ το νυχτερινό κρύο και τ’ αγρίμια. Έφτιαχναν ό,τι πρόχειρο μπορούσαν για φαγητό κι ακουμπισμένοι κοντά ο ένας στον άλλον έπεφταν να κοιμηθούν κάτω απ’ τ’ αστέρια.

Μα και τότε οι φίλοι μας δεν εύρισκαν ησυχία. Πολλοί υπέφεραν γύρω τους. Από ’δω φώναζαν τον τσαγκάρη για τα χαλασμένα παπούτσια τους, από ’κει τον ράφτη για τα ξεσχισμένα τους ρούχα. Άλλος δεν είχε νερό, άλλος πεινούσε. Οι καλοί μας φίλοι μοιράζονταν πρόθυμα ό,τι τους βρισκόταν με όσους δεν είχαν.

Μόνο ο πραματευτής δεν έδινε τίποτε. Πουλούσε απ’ την πραμάτεια του σε όσους είχαν λεφτά να αγοράσουν. Μα ήταν εντελώς αδιάφορος για όσους δεν είχαν. Έβλεπε τους συντρόφους του να τρέχουν για τους άλλους και γελούσε.

-  Μυαλό δεν έχετε καθόλου, μου φαίνεται! τους έλεγε. Δεν βλέπετε που όλοι σάς εκμεταλλεύονται; Η ζωή χρειάζεται και λίγη εξυπνάδα. Συνεχίστε, κορόιδα μου, με τον τρόπο που πάτε, και στο τέλος θα πεθάνετε εσείς για να ζήσουν οι άλλοι.

Επιτέλους μερικοί, που καμώνονταν πως ήξεραν τα πάντα και είχαν γίνει αυτόκλητοι οδηγοί των καραβανιών, είπαν κάποτε πως ήταν πια κοντά στο τέρμα του ταξιδιού τους. Και πως το βράδυ εκείνης της ημέρας θα έφταναν στον βασιλιά.

Μα όταν νύχτωσε, μπροστά τους δεν είδαν τη μεγάλη πολιτεία με το παλάτι, παρά μονάχα ένα μικρό χωριό με λίγες αχυροκαλύβες. Η νύχτα ήταν κρύα. Ένας ψυχρός άνεμος φυσούσε και στρίμωχνε αδιάκοπα στον ουρανό από πάνω τους μαύρα σύννεφα.

Οι κουρασμένοι οδοιπόροι ζήτησαν καταφύγιο στη φιλόξενη διάθεση των χωρικών. Η μικρή μας συντροφιά στριμώχτηκε στην πρώτη αχυροκαλύβα που βρέθηκε μπροστά τους. Προσπάθησαν να βολευτούν όπως-όπως στο θαμπό φως του σούρουπου.

Ο άντρας που τους κάλεσε να μπουν, κάθισε σε μιαν άκρη κατάχαμα, δίπλα στη γυναίκα του. Εκείνη κάτι πασπάτευε σ’ ένα μικρό σωρό από άχυρα, στοιβαγμένα στη γωνιά. Πόση όμως ήταν η έκπληξή τους, όταν την είδαν να σηκώνει από ’κει ένα μωρό και να το παίρνει στην αγκαλιά της! Η φτώχεια τους ήταν παντού φανερή. Και οι δυο τους ήταν σχεδόν ρακένδυτοι. Το μωρό, τυλιγμένο με κουρέλια κι αυτό, άρχισε να κλαίει γιατί πεινούσε και κρύωνε.

Η φτωχειά γυναίκα το ’σφιξε στο στήθος της να το ζεστάνει. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο εγκαρτέρηση, ενώ στα μάτια της αντιφέγγιζε ανείπωτη τρυφερότητα καθώς το κοίταζε.

-  Κρυώνει και πεινάει, είπε, μα δεν έχουμε τίποτε περισσότερο να του δώσουμε. Δεν έχω πια γάλα να το θηλάσω. Έχουμε κι εμείς δυό μέρες να φάμε. Δεν είχαμε σοδειά φέτος.

Οι πέντε φίλοι έμειναν κατάπληκτοι. Αμέσως ο κηπουρός έβγαλε τις τσακμακόπετρες και άναψε πολύ προσεκτικά φωτιά στη σβησμένη εστία της καλύβας. Ο ράφτης έβγαλε τη ζεστή μωρουδιακή φορεσιά και την έδωσε στη μητέρα του μωρού.

-  Ίσως να ’χει δίκιο ο πραματευτής, σκέφτηκε. Το βασιλόπουλο δεν θα την έχει πραγματικά ανάγκη, ενώ αυτό το δύστυχο θα πεθάνει από το κρύο, αν δεν του τη δώσω.

Ο τσαγκάρης τον μιμήθηκε. Έβγαλε τα μαλακά υποδήματα που είχε για τον μικρό βασιλιά και τα φόρεσε στα ποδαράκια του μωρού που έτρεμαν από το κρύο. Ο ξυλουργός έδωσε τη σκαλιστή κούνια και ο βοσκός την υφαντή φλοκάτη για να το τυλίξουν και να το κοιμίσουν. Τέλος ο κηπουρός πρόσφερε στους πεινασμένους γονείς τούς καρπούς που κουβαλούσε για δώρο στον βασιλιά, το μόνο φαγητό που τους είχε πλέον απομείνει.

Μόνο ο πραματευτής καθόταν στην άκρη του αδιάφορος. Έβγαλε από τις προμήθειες του που τις αγόραζε πάντοτε μπόλικες και έφαγε. Έριξε ένα βλέμμα τριγύρω ψυχρό και σκοτεινό.

-  Πάλι τα ίδια μ’ αυτούς τους αδιόρθωτους! μουρμούρισε θυμωμένος. Τί ξεροκέφαλοι άνθρωποι! Τί άλλο πρέπει να δουν για να βάλουν μυαλό; Ας κοιτάξουν και λίγο τον εαυτό τους. Πώς μπορούν να δίνουν χωρίς αντάλλαγμα; Αυτό για μένα είναι σκέτη ανοησία. Δεν βλέπουν ότι έφτασαν στην καταστροφή; Τί τους απομένει πια; Έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Δεν τους καταλαβαίνω!

Τέλος έγειρε στο πλάι να κοιμηθεί γρυλίζοντας τα γνωστά του.

-  Το ’ξερα πως θα ’στε πάντοτε κορόιδα. Καθίστε τώρα νηστικοί, να πεθάνετε εσείς για να ζήσουν οι άλλοι!

Μα οι σύντροφοί του δεν του ’δωσαν σημασία. Άλλωστε κι αυτοί δεν καταλάβαιναν τον πραματευτή. Αναρωτιούνταν πάντα πώς γινόταν να ’ναι τόσο τυφλός. Να μη βλέπει πως, όταν αγαπάς, καταργούνται οι νόμοι της λογικής. Λειτουργούν οι νόμοι του Θεού. Κι αντί να ζημιώνεσαι, κερδίζεις. Πάντα. Ψηλαφείς με τα χέρια σου την ευτυχία.

Μα τώρα δεν είχαν καιρό ν’ ασχοληθούν μαζί του. Το μωρό, ντυμένο στα ζεστά, τους κοίταζε με τα φωτεινά του ματάκια και τους έστελνε ένα τόσο γλυκό χαμόγελο, που τους γέμιζε έκσταση. Οι φτωχοί γονείς κοίταζαν πότε το μωρό τους και πότε τη συντροφιά. Στα μάτια τους έλαμπε απέραντη γλυκύτητα και αγάπη. Αν και τσακισμένοι από την κούραση οι πέντε φίλοι και θεονήστικοι, ένιωσαν εν τούτοις στο ατένισμα αυτών των ματιών να τους τυλίγει κάτι θεϊκό. Μια υπερκόσμια ζεστασιά και ευτυχία έσβησε από μέσα τους και την πείνα και την κούραση. Ένιωσαν πως κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε εδώ.

Ο πραματευτής δίπλα τους ροχάλιζε, μα αυτοί ζούσαν σ’ ένα όνειρο. Ούτε που κατάλαβαν πότε τους πήρε ο ύπνος. Γιατί και κοιμισμένοι συνέχισαν να ονειρεύονται. Μόνο που στο όνειρό τους τώρα η μικρή αχυροκαλύβα είχε γίνει ένα τεράστιο αστραφτερό παλάτι. Τα φτωχικά τους δώρα είχαν κι αυτά μεταμορφωθεί. Το βρέφος βρισκόταν σ’ ένα χρυσοστόλιστο λίκνο, ενώ οι ρακένδυτοι γονείς του, ντυμένοι με χρυσοΰφαντα ρούχα, κάθονταν στον θρόνο του βασιλιά και της βασίλισσας. Όλα άστραφταν και κολυμπούσαν στο φως.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα τούς κάλεσαν να πλησιάσουν. Και όταν οι πέντε φίλοι έκαναν με δισταγμό μερικά βήματα, εκείνοι κατέβηκαν απ’ τον θρόνο τους, τους αγκάλιασαν σφιχτά και τους φίλησαν.

Οι φτωχοί άνθρωποι είδαν τότε πως κι αυτοί είχαν αλλάξει. Τα ρούχα τους είχαν γίνει λαμπερά. Ο τσαγκάρης ένιωσε ξαφνικά το κουτσό πόδι του να ισιώνει, να γίνεται ένα με το άλλο. Το κορμί του για πρώτη φορά ανορθώθηκε. Και ο βοσκός είδε παραξενεμένος το παράλυτο χέρι του να ζωντανεύει. Μπορούσε πια να το κουνάει ελεύθερα όπως και το άλλο. Κυριεύτηκαν από φόβο και έκσταση.

Μα το βλέμμα του βασιλιά είχε την ίδια γλυκύτητα και αγάπη, όπως και πριν στην αχυροκαλύβα. Με ήμερο χαμόγελο τούς είπε:

-  Μας δείξατε αγάπη λίγο νωρίτερα. Γι’ αυτό είστε άξιοι να μείνετε μαζί μας στο παλάτι και να ζείτε βασιλικά.

-  Μα, βασιλιά μου, τόλμησε δειλά ο ράφτης, εμείς κάτι φτωχούς ανθρώπους βοηθήσαμε λιγάκι σε μια καλύβα, όχι εσάς.

-  Ο γιος μου, η βασίλισσα κι εγώ είμαστε οι φτωχοί που βοηθήσατε. Δεν σας μήνυσα πως θα με βρείτε ανάμεσά σας; Σαν έναν από σας; Με τη θέλησή μου το έκαμα, για να σας δοκιμάσω. Για να δείξετε τον πραγματικό εαυτό σας. Και να σας δώσω την ευκαιρία να γίνετε, αν θέλετε, κι εσείς σαν εμάς.

Μιλούσε ακόμα ο βασιλιάς, όταν πρόβαλε από μιαν άκρη ο πραματευτής. Μα σ’ αυτόν δεν είχε αλλάξει τίποτε. Τα ίδια παλιόρουχα που φορούσε και πριν κρέμονταν πάνω του και ήταν το ίδιο στραβός απ’ το ’να του μάτι όπως και πρώτα. Το βλέμμα του βασιλιά στράφηκε πάνω του αυστηρό.

-  Όμως εσύ, πραματευτή, δεν είσαι άξιος να βρίσκεσαι εδώ! Δεν έχει θέση στο παλάτι μου όποιος δεν αγαπάει και δεν μπορεί να κάνει το καλό.

-  Μα, βασιλιά μου, ψέλλισε σκυφτός ο πραματευτής, αν ήξερα πως είχα μπρος μου τη μεγαλειότητά σου, θα ’δινα ολόκληρο το βιος μου.

-  Αφού δεν μπόρεσες να δείξεις καλοσύνη στους φτωχούς σου αδελφούς, ούτε σε μένα θα την έδειχνες ποτέ. Από ’δω και μπρος λοιπόν και μέχρι να καταλάβεις τί σημαίνει ν’ αγαπάς, δεν θα ’σαι παρά ένας φτωχός, ταλαίπωρος ζητιάνος. Αυτή η θέση σού ταιριάζει και μόνος σου τη διάλεξες.

Σ’ ένα νεύμα του βασιλιά δυο φρουροί άρπαξαν στα στιβαρά τους μπράτσα τον πραματευτή και τον πέταξαν αμέσως έξω από την πύλη του παλατιού.

Πλημμυρισμένοι από δέος οι πέντε φίλοι έπεσαν να προσκυνήσουν τον βασιλιά και τη βασίλισσα, μα αυτοί δεν τους άφησαν.

-  Όχι, αγαπητοί μας! είπαν, καθώς τους έπιαναν από τα χέρια και τους σήκωναν. Εσείς θα είστε πια οι φίλοι μας. Θα τρώτε πάντα και θα πίνετε μαζί μας στο τραπέζι μας.

Και με τα λόγια αυτά ένα φανταστικά πλούσιο τραπέζι στρώθηκε αμέσως για την καλότυχη συντροφιά.

Μα πόση ήταν η έκπληξή τους, όταν είδαν τον βασιλιά και τη βασίλισσα να σηκώνονται και να τους υπηρετούν! Με πρόσχαρη διάθεση ο βασιλιάς σέρβιρε το φαγητό στα πιάτα τους και τους παρέστεκε, ενώ η βασίλισσα, γεμάτη ομορφιά και χάρη, γέμιζε τα ποτήρια τους γλυκό κρασί.

Μια γλυκειά μουσική από τη μπάντα του παλατιού, που όμοιά της δεν είχαν ξανακούσει, χάιδευε τα αυτιά τους όλη την ώρα που έτρωγαν.

Κι αφού η λαμπρή πανδαισία έλαβε τέλος, λεπτοΰφαντα μεταξωτά σκεπάσματα στρώθηκαν για τους φίλους μας πάνω σε κρεβάτια από χρυσό και φίλντισι. Ένας ύπνος βαθύς μ’ ένα γλυκό ατελείωτο όνειρο σκέπασε τα βλέφαρά τους, βυθίζοντάς τους στην πιο πρωτόγνωρη ευτυχία της ζωής τους...

... Στο αχνοφώς της αυγής ξύπνησε πρώτος ο βοσκός. Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια του, για να μη χάσει τη γλυκύτητα που τον πλημμύριζε, προσπάθησε να καταλάβει τί γίνεται. Αμέσως θυμήθηκε πως είχαν στοιβαχτεί αποβραδίς στην αχυροκαλύβα.

-  Όνειρο ήταν!... Τί κρίμα! σκέφτηκε μελαγχολικός κι όλη του η διάθεση χάθηκε. Μα τί περίμενες; Ήταν πολύ καλό πράγματι για να ’ναι αληθινό.

Καθώς έκανε όμως να κουνηθεί, αναπήδησε. Το παράλυτο χέρι του ήταν γερό. Κατάγερο σαν το άλλο. Έβαλε μια φωνή χαράς. Τινάχτηκαν όλοι επάνω. Μια δεύτερη κραυγή ακούστηκε. Απ’ τον τσα-γκάρη αυτή τη φορά, καθώς ανακάλυπτε το κουτσό του πόδι θεραπευμένο.

Και τότε είδαν όλοι γεμάτοι κατάπληξη, πως δεν βρίσκονταν στην αχυροκαλύβα που τους φιλοξένησε το βράδυ, μα σ’ ένα παλάτι.

-  Ο πραματευτής; ρώτησε κάποιος.

Κοίταξαν γύρω τους. Δεν ήταν πουθενά. Είχε γίνει άφαντος. Τα ’χασαν. Μα πριν προλάβουν να πουν οτιδήποτε, η πόρτα άνοιξε. Μπροστά τους στέκονταν ο βασιλιάς και η βασίλισσα, μ’ ένα θεόμορφο μωρό στην αγκαλιά της.

-  Ναι, φίλοι μου, αγαπημένοι φίλοι μου! είπε χαμογελαστός ο βασιλιάς. Δεν ονειρεύεστε πια! Είναι όπως το βλέπετε. Τελείωσε πλέον κάθε πόνος και ταλαιπωρία για σας. Από ’δώ και μπρος θα ’μαστε πάντοτε μαζί.

-  Μα πώς γίνεται να συμβαίνει αυτό; σκεφτόντουσαν εκστατικοί. Το όνειρο να ’ναι πραγματικότητα!

Και σα να διάβαζε τη σκέψη τους η βασίλισσα, με το γλυκό της πάντα χαμόγελο, είπε:

-  Σας φαίνεται παράξενο, ε; Μα η αγάπη κάνει θαύματα, δεν το ’χετε ακούσει; Ανατρέπει τα πάντα, ακόμα και τους νόμους της φύσης. Δεν υπάρχει πιο καταλυτική δύναμη απ’ αυτήν. Ζείτε και σεις το θαύμα της αγάπης τώρα. Και θα το ζείτε για πάντα!

... Και ζήσαμε εμείς καλά, μα όχι σαν κι αυτούς, που έζησαν πολύ καλύτερα απ’ όλους μας, ...σε κάποιον τόπο μακρινό, ...μια φορά κι έναν καιρό…

Χριστούγεννα 2007

(Περιοδ. ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ, τ. 11, Δεκ. 2008, σ. 17-19)




π. Δημητρίου Μπόκου

«... περιζώσεται και ανακλινεί αυτούς

και παρελθών διακονήσει αυτοίς» (Λουκ. 12, 37).

Αντιύλη

Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, 481 00  Πρέβεζα

Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki