Tuesday, 19 January 2016

-Πως περάσατε; Πήγατε πουθενά;
-Εεε, ... οικογενειακά.... Που να πας;

Γυρίσαμε από τις γιορταστικές μέρες και οι συνάδελφοι στη δουλειά την πρώτη μέρα, για να λιώσει αυτός ο πάγος της αμηχανίας, ρωτάνε
-Πως περάσατε; Πήγατε πουθενά;
Και μεις, έτσι να το πεις από συνήθειο, την είχαμε έτοιμη την απάντηση
-Εεεε, ... οικογενειακά... Που να πας;

Μια μιζέρια, μία κόπωση... με το ε... παρατεταμένο.
Τέτοια κατάντια δηλαδή.
Κι όμως, αν τις μέρες των γιορτών περνούσες από ένα νοσοκομείο θα έβλεπες πολλούς -να μη σου πω όλους- που θα θέλανε να κάνουν οικογενειακά τις γιορτές.
Και αν πήγαινες σε φυλακές θα άκουγες παρόμοιες ιστορίες.
Και κείνοι με τα παγωμένα πρόσωπα στα παγκάκια το ίδιο θα σου λέγανε.

Κι άλλοι, που δεν τους ξέρεις, θα θέλανε χίλιες φορές να αλλάξουν τη ζωή τους με μια οικογένεια.
Μη μιλάς... να χαρείς.
Μη μικραίνεις την αξία του δώρου.

Δόξαζε το Θεό που έχεις μια οικογένεια και κάνε μια ευχή για αυτούς που φταίνε δε φταίνε, τη στερηθήκανε.
π. Εφραίμ

Εκδόσεις Χρυσοπηγή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η επιστήμη -
Ήρων ο Αλεξανδρεύς κι η πρώτη ατμομηχανή του κόσμου
Heron of Alexandria

Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς ήταν ο Tony Stark της εποχής του

Η μηχανή του Ήρωνα όχι μόνον ήταν μπροστά από την εποχή της, αλλά, όπως και πολλές άλλες ανάλογες εφευρέσεις, ήταν παντελώς καταδικασμένη ως ανώφελη και μη απαραίτητη από ιούς συγκαιρινούς του. 
Ποιος ο λόγος, ρε φίλε, να αναπτύξεις μια μηχανή για να κάνει μια δουλειά όταν μπορείς πολύ πιο εύκολα να βάλεις να σου την κάνει ο δούλος;
Σήμερα πλέον είναι γνωστό ότι ο τελευταίος από τους μεγάλους αρχαίους Έλληνες επιστήμονες είχε προηγηθεί του Μπόιλ όσο και του Μαριότ. 
Ήταν ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς
Ο Νόμος του Μπόιλ, γνωστός και σαν νόμος Μπόιλ-Μαριότ, πήρε το όνομά του αρχικά από τον Ιρλανδό φυσικό φιλόσοφο Ρόμπερτ Μπόιλ (Robert Boyle), (1627-1691), που πρώτος τον διατύπωσε και δημοσίευσε το 1662. 
Τον ίδιο νόμο διατύπωσε 14 χρόνια αργότερα και ο Γάλλος φυσικός Εντμέ Μαριότ (Edme Mariotte) (1620–1684), εξ ου και η διπλή ονομασία. Σύμφωνα με αυτό το νόμο:

Ο όγκος ενός αερίου είναι αντιστρόφως ανάλογος της πίεσης αυτού, σε σταθερή θερμοκρασία.

Ο Νόμος του Μπόιλ, γνωστός και σαν νόμος Μπόιλ-Μαριότ, πήρε το όνομά του αρχικά από τον Ιρλανδό φυσικό φιλόσοφο Ρόμπερτ Μπόιλ (Robert Boyle), (1627-1691), που πρώτος τον διατύπωσε και δημοσίευσε το 1662. Τον ίδιο νόμο διατύπωσε 14 χρόνια αργότερα και ο Γάλλος φυσικός Εντμέ Μαριότ (Edme Mariotte) (1620–1684), εξ ου και η διπλή ονομασία. Σύμφωνα με αυτό το νόμο:

Ο όγκος ενός αερίου είναι αντιστρόφως ανάλογος 
της πίεσης αυτού, σε σταθερή θερμοκρασία.


περισσότερα εδώ: antikleidi

Αλλάζοντας κανάλι δεν θα αλλάξεις τον κόσμο
Changing the channel won’t change the world

Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι όσα συμβαίνουν στον κόσμο 
δεν πρόκειται να επηρεάσουν τη δική μας ζωή...
We turn on the TV and we view the world from such distance, that we lose the sense that we are part of it.
Most of us believe that no matter what happens in the world, our life won’t be affected; that is before disaster lands in our living room.


Blood-e: Η πρώτη κοινότητα αιμοδοτών
από νέους στην Ελλάδα

Με 10' από τον χρόνο σου μπορείς να σώσεις 3 ζωές και μια ομάδα νέων οργάνωσε την αιμοδοσία με τρόπο σύγχρονο και αποτελεσματικό, ειδικά για να τραβήξει το ενδιαφέρον των νεότερων ηλικιών σε μια τόσο σημαντική κίνηση.

Η ομάδα Blood-e οργανώθηκε από τους Ναταλία Κρίτσαλη, Ναταλία Μπουγαδέλλη, Παναγιώτη Σφήκα, Γιώργο Σταυρόπουλο – τέσσερα νέα παιδιά που θέλησαν να βοηθήσουν με τον τρόπο τους την οργάνωση των αιμοδοτών στην Ελλάδα.

Το Blood-e είναι μία ηλεκτρονική υπηρεσία που στοχεύει στην κάλυψη της ανάγκης για αίμα, με απώτερο σκοπό την αύξηση του ποσοστού των εθελοντών αιμοδοτών και την οργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας στη χώρα μας.

Πώς γίνεται; Mε την προώθηση των εκκλήσεων για αίμα από τους ασθενείς, με την επιβράβευση των εθελοντών, με τη δημιουργία μιας ενεργής διαδικτυακής κοινότητας και με την ενημέρωση και κοινωνική ευαισθητοποίηση των νέων και των ενηλίκων.


Monday, 18 January 2016

Οι γιάτρισσες, οι μαμές και τα γιατροσόφια τους
Η αγάπη, το δοκιμασμένο γιατρικό

Το θαύμα της γέννησης ήταν γυναικεία υπόθεση.
Οι άντρες περίμεναν το κλάμα, τα συχαρίκια.

Αθόρυβη, όπως πάντα, πρόλαβε και γύρισε στο σπίτι. Στο χειμωνιάτικο στήθηκε η αίθουσα τοκετού. Η γιαγιά με σβελτάδα έριχνε χοντρά κούτσουρα στο τζάκι, όπου έκαιγε η φωτιά. Ο τέντζερης με καθαρό νερό μπήκε στη σιδεροστιά να βράσει. Η σκάφη, τα ταψιά (αντικαθιστούσαν τις σημερινές λεκάνες) οι καθαρές πετσέτες όλα στη θέση τους εν αναμονή του μωρού.
Γονατιστή στο κρεβάτι με τα χέρια στηριγμένα στους αγκώνες δάγκωνε τους πόνους, έπνιγε τη φωνή, γιατί δίπλα στο άλλο δωμάτιο χωρισμένο με μισάντρα (ξύλινο διαχωριστικό) οι άντρες της οικογενείας περίμεναν με αγωνία το άκουσμα του κλάματος του μωρού και όχι τις κραυγές του πόνου της μάνας.
Τα μεγαλύτερα παιδιά είχαν απομακρυνθεί σε συγγενικά σπίτια, γιατί το δωμάτιο μαιευτήριο αποτελούσε άβατο για άντρες και παιδιά. Το θαύμα της γέννησης ήταν γυναικεία υπόθεση. Η γυναίκα γεννούσε και γυναίκες κατ' αποκλειστικότητα το έφερναν εις πέρας. Οι άντρες από δίπλα περίμεναν το άγγελμα, το κλάμα, τα συχαρίκια.

Η υπομονή και η αντοχή στον πόνο ήταν τα χαρακτηριστικά της άξιας γυναίκας. Η μάνα, η πεθερά φρόντιζαν για την εξέλιξη του θαύματος της γέννας ανάβοντας το καντήλι, καίγοντας θυμίαμα και προσευχόμενες να πάνε όλα κατ' ευχήν. Τότε και η άφιξη της μαμής. Η θεια Χρυσούλα η Τζαβάραινα κατέφθασε και πρόσθεσε την εμπειρία της.

Έτσι εγώ πήρα την πρώτη μου ανάσα στο ιδιωτικό μου μαιευτήριο, με την προσωπική μου μαμή που συνέχεια είχα τη δυνατότητα πάντα να την βλέπω, να την χαιρετάω και να με αποκαλεί μέχρι τα γεράματά της με την πιο γλυκιά προσφώνηση «τσούπρα μου». Από τη ζεστασιά της μήτρας βρέθηκα στην ζεστασιά του χειμωνιάτικου. Αυτό ήταν το μεγάλο δωμάτιο κάθε σπιτιού, εκεί ήταν το τζάκι, εκεί μαζευόταν όλη η οικογένεια για θέρμανση, φωτισμό, μαγείρεμα, φαγητό, ύπνο. Εκεί δένονταν οι σχέσεις.
Εκεί όταν το χιόνι δεν άφηνε περιθώριο για ξεμύτισμα οι παππούληδες και οι γιαγιάδες μέσα από τις ιστορίες και τα παραμύθια τους στάλαζαν στο μυαλό και στην ψυχή μας την εμπειρία τους. Εκεί μαθαίναμε τη ζωή. Εκεί είναι οι χειμωνιάτικες αναμνήσεις μας. Εκεί αναβαπτίζουμε στα δύσκολα τον εαυτό μας. Εκεί είναι η όαση των παιδικών μας χρόνων. 
Κάποιες γυναίκες αναλόγως της εποχής μπορεί να μην προλάβαιναν να γυρίσουν στη θαλπωρή του σπιτιού τους και να γεννήσουν τα μωρά τους εκεί με βοήθεια, αλλά να γεννούσαν μόνες τους στο χωράφι, στο καλύβι ή στα πρόβατα. Πάλι όμως και τότε γυναίκα είχε τη φροντίδα τους, η Παναγία, και έσωζε και αυτές και τα μωρά τους.
Έτσι γεννούσαν οι γυναίκες στο χωριό μου μέχρι περίπου τη δεκαετία του εξήντα. Μαμές ήταν συνήθως οι μανάδες τους ή οι πεθερές τους. Όμως υπήρχε πάντα και η έμπειρη μαστόρισσα μαμή. Η θεια Χιόνα παλιότερα (Ευσταθία Πολίτη) είχε καλό αναραχό (θετική ενέργεια) για τις επίτοκες. Ήτανε γουρλού. Με ικανοποίηση δεχόταν οι ετοιμόγεννες τη βοήθειά της και φερνανστον κόσμο τα παιδιά τους. Επίσης η εμπόρισσα, η γυναίκα του εμποράκου -ποιος θυμάται αλήθεια το όνομά της;-εκτελούσε χρέη μαμής. Ξακουστή μαμή, κυρίως όταν υπήρχε δυσκολία στην εξέλιξη του τοκετού και το παιδί ερχόταν ανάποδα ήταν η θεια Λευτερία (Ελευθερία) του Θανάση του Γόντικα η γυναίκα. 

Αργότερα διορίστηκαν μαμές πια, όχι εμπειρικές αλλά σπουδαγμένες, στο Βαλτεσινίκο και είχαν υπό την παρακολούθησή τους και τις έγκυες των Μαγουλιάνων.

Με δική τους πια καθοδήγηση και πιο εξελιγμένα μέσα οι γυναίκες και πάλι γεννούσαν στα σπίτια τους. Η εξέλιξη της κοινωνίας οδήγησε τις επίτοκες στη συνέχεια στις αίθουσες των μαιευτηρίων. Όταν τα μωρά γεννιούνταν πρόωρα ή ελλιποβαρή τα περίμενε η θερμοκοιτίδα, φτιαγμένη από μαλλιά προβάτων. Αφού τα άλειφαν με ξύγκι (λίπος από τα πρόβατα) για θερμαντικό, τα φάσκιωναν, τα τύλιγαν καλά με τα μαλλιά, δημιουργούσαν δηλαδή συνθήκες ζεστής μήτρας, τα πότιζαν μητρικό γάλα και βούτυρο για να δυναμώσουν, έκαναν το σταυρό τους, τους έδιναν αγάπη, αγάπη, αγάπη και έτσι ζούσαν ή πέθαιναν…

Με την ίδια φροντίδα και την ίδια αγάπη στη θαλπωρή του χειμωνιάτικου ζεσταίναμε και τα άλλα νεογέννητα μωρά που έρχονταν στο σπιτικό μας το καταχείμωνο από την κοιλιά της κατσικούλας ή της προβατίνας μας. Όταν ο πατέρας τα έφερνε από το στάβλο στο σπίτι όλοι μεριάζαμε στο παραγώνι, κάναμε χώρο, στρώναμε το σάϊσμα τα σκουπίζαμε από τα κατάλοιπα
της γέννας, τα ζεσταίναμε μέχρι τρικλίζοντας να μπορέσουν να σταθούν στα ποδαράκια τους και τότε ο πατέρας να τα ξαναπάει στη μανούλα τους για βύζαγμα. Αγαστή συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων!!

Στην αγκαλιά της μανούλας μας μεγαλώναμε και μείς με το γάλα της και την αγάπη της. Λεχώνα αυτή μέχρι να σαραντίσει δεν έβγαινε από το σπίτι, ούτε πολλές επισκέψεις δεχόταν, ούτε έπρεπε να πάει ξένος βράδυ στο σπίτι της· έτσι αποφεύγανε το κακό μάτι, την κακή ενέργεια. Μ' αυτό τον τρόπο γεννημένα τα παιδιά και μεγαλωμένα στον όμορφο τούτο τόπο φαίνεται γινόταν όμορφα, γι αυτό στο χωριό μου κάθε γειτονιά είχε και την ξεματιάστρα της, χώρια το διάβασμα της βασκανίας από τον παπα-Γιάννη.
Στη Μπάρτζελη η θεια Μπουρνού (Αγγελική Θοδωρή Μπουρνά) έδενε κόμπο στο μαντήλι, έλεγε τις ευχές, μέτραγε με την...

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki